Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Μετρονόμος. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Μετρονόμος. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Αυγούστου 2017

Φωνόγραφος στην Αθήνα του 1896 (αναδημοσίευση απο το Ρεμπέτικο Φόρουμ)

Εικόνα 1

  Ένα ακόμη από τα πολλά και ενδιαφέροντα θέματα που βρίσκονται κρυμμένα στα αρχεία των εφημερίδων έρχεται σήμερα στην δημοσιότητα. Πρόκειται για μία από τις πρώτες αναφορές για Φωνόγραφο στην Αθήνα του 1896.


Στην εφημερίδα «Το Άστυ» στις 28 Ιουνίου του 1896 βρίσκουμε το παρακάτω πολύ ενδιαφέρον σχόλιο:
 


Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015

Η γέννηση του ρεμπέτικου και κουτσαβάκικου. Σκέψεις πάνω στις θέσεις του Ηλία Μπαρούνη

Ενδιαφέρουσες οι απόψεις του Ηλία Μπαρούνη, γνωστου συλλέκτη του ρεμπέτικου και συνοδοιπόρου των ερευνητών της δεκαετίας του 1970, με βαρύνουσα γνώμη, που όμως τόσα χρόνια δεν έχει εκφραστεί δημόσια. Ομολογώ ότι δεν είχα αντιληφθεί την προδημοσίευση στο περιοδικό "Συλλογές" τον Ιούνη του 2013.

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Το λαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι στη Θεσσαλονίκη, του Θωμά Κοροβίνη



Ας μη γελιόμαστε, λαϊκό τραγούδι δεν υπάρχει παρά μόνο ως επιβίωμα και ως εμμονή κάποιων στερνών μονομάχων που το στηρίζουν. Έχουμε να κάνουμε μ’ έναν λαό νέας κοπής που η ψυχοσύνθεσή του έχει υποστεί ραγδαίες αλλοιώσεις οι οποίες έχουν καταντήσει ακόμη και την πιο πρόσφατη πολιτιστική ταυτότητά του μη αναγνωρίσιμη.
Του Θωμά Κοροβίνη


 Η Θεσσαλονίκη υπήρξε για αιώνες ένα πολυπολιτισμικό χωνευτήρι των τεχνών και μια κομβική  πόλη-σταθμός, από πολλές πλευρές η δεύτερη σε σημασία μητρόπολη δύο αυτοκρατοριών μετά την Βασιλεύουσα, αργότερα Κονσταντινιγιέ και κατόπιν Ιστανμπούλ. Είναι  χτισμένη σε μια θέση, όπου συνυπήρξαν άλλοτε με σχετική ή πλήρη αυτονομία και αυτάρκεια και άλλοτε συνδυαστικά ή αλληλοεπιδραστικά όλα τα μουσικά ρεύματα και οι συρμοί των καιρών.
Η θέση της  και η ιστορία της την φέρνουν ποτέ εντελώς μέσα, πάντοτε όμως  πολύ κοντά, τόσο στην Ανατολή, όσο και στη Δύση, άλλο τόσο όμως και στα Βαλκάνια. 
Η αείμνηστη δασκάλα μας  Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος δίνει μέσα σε λίγες καίριες προτάσεις μια περιεκτική εικόνα της διαχρονικής σημασίας της:

«Μια πόλη, μια κοσμόπολη σαν την Θεσσαλονίκη μοιάζει με μωσαϊκό.
Η κάθε ψηφίδα της έχει άλλο χρώμα, άλλο σχήμα, άλλη προέλευση. Προέρχεται από μια διαφορετική εποχή ή από μια διαφορετική παράδοση.  Όλες αυτές οι ψηφίδες μαζί, ετερόκλητες, φτιάχνουν μια πολύπλοκη σύνθεση που έχει, ωστόσο, τη λογική της.
Η Θεσσαλονίκη, η δεύτερη πόλη της ελληνικής επικράτειας, είναι ο ιδεολογικός κρίκος που συνδέει την ελληνική αρχαιότητα μέσα από το Βυζάντιο, με την νεώτερη Ελλάδα».   
Το μόρφωμα της Θεσσαλονίκης αρκετούς αιώνες πριν και για  λίγο μετά την ένταξή της στον εθνικό κορμό, δηλαδή μέχρι την συνθήκη της Λωζάνης,  θα μπορούσε κανείς να πει ότι συνδυάζει τοπογραφικά, πολιτιστικά, ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά, που την κάνουν να προσιδιάζει σ’ ένα παρδαλό άστυ, που μοιάζει αρκετά με την Σμύρνη και λιγότερο με την Πόλη, έχει κάτι από τις μεσογειακές  πολιτείες της Ισπανίας και λιγότερο της Ιταλίας ή της Γαλλίας –εδώ έπαιξε έντονα τον ρόλο του το σεφραδίτικο στοιχείο των κατοίκων της- αλλά ταυτόχρονα την διακρίνει κι ένας βαλκανικός αέρας που παρόμοιος κάπως φυσάει σε πόλεις σαν τη Σόφια ή το Βελιγράδι και στην πιο παρακατιανή, τρόπος του λέγειν, εκδοχή, τα Σκόπια.       
Στην υπόδουλη Θεσσαλονίκη η βυζαντινή παράδοση εξακολούθησε να δίνει καρπούς ιδίως μέσω της ψαλτικής τέχνης την οποία θεραπεύουν με ζήλο οι ιεροψάλτες στους ορθόδοξους ναούς που λειτουργούσαν.  
Παράλληλα τραγούδια της τάβλας, καλαματιανά και συρτά, που έρχονται από τα χωριά της επαρχίας ιδίως της κεντρικής και της δυτικής Μακεδονίας αλλά ακόμη μέχρι και από την Ανατολική  Θράκη  δημιουργούν μια παρακαταθήκη σκοπών και τραγουδιού, δημοτικού, θα λέγαμε ύφους, με κεντρική θεματογραφία  την Θεσσαλονίκη, τις ομορφιές  της, τα τσαρσιά και τα μπεζεστένια της, τις γυναίκες και τους λεβέντες της.  (θέμα που εν πολλοίς έχουν αναδείξει οι μελέτες και οι συλλογές του Γιώργη Μελίκη)
Ταυτοχρόνως σε διάφορες κεντρικές γωνιές της συντελούνται καθημερινώς μικρές μουσικές πανηγύρεις.
Για παράδειγμα, στο Ασλά χαν, εκεί που σήμερα περίπου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις της εφημερίδας «Μακεδονία», κάθε Παρασκευή λαδωμένοι Τούρκοι πεχλιβάνηδες έκαναν παλαιστικούς αγώνες ενώ τους συνόδευαν κομπανίες Γύφτων με εκκωφαντικούς ζουρνάδες και θεόρατα τύμπανα και η απαραίτητη γύρα με το ταψάκι για το μπαχτσίσι των θεατών και ακροατών. 
Ανατολική μουσική με φανερές βυζαντινογενείς επιδράσεις στην διαμόρφωση των μακάμ  (των μουσικών δρόμων) παιζόταν και στους μουσουλμάνικους τεκέδες της, στους πιο ξακουστούς ειδικά, σαν εκείνον των Μεβλεβί δερβισάδων έξω απ’ τα τείχη της Άνω Πόλης, το πλουσιότερο ίσως ισλαμικό μοναστήρι της  οθωμανικής αυτοκρατορίας, που το σάρωσε ο στείρος ελληνοκεντρικός εθνικισμός- και τον Φετιχιέ τεκέ, απέναντι από τον Άγιο Δημήτριο, που κάηκε στην πυρκαγιά του’ 17.

Τα τάγματα αυτά είχαν θέσει ως σκοπό να διασώσουν την μυστικιστική μουσική που την αποδίδουν  σε παράσταση οι ιεροί χοροί «σεμά» των περιδονούμενων δερβισών με την συνοδεία ποικίλων τύπου πλαγίαυλου, του γνωστού νέι ή  νάι. 
Πολλά και αξιόλογα λαϊκά τραγούδια γα τη νέα τους πατρίδα έχουν και οι Θεσσαλονικιοί Εβραίοι Σεφαραδί, κάποια από αυτά, όπως ανέδειξαν μελετήματα του αείμνηστου Αλμπέρτου Ναρ, του Ξενοφώντα Κοκόλη και άλλων, κάποτε  συγκλίνουν και με την ατμόσφαιρα γνωστών ρεμπέτικων, μερικά μάλιστα ταυτίζονται, αφού κρατιέται ατόφια η μελωδία και μετατρέπεται απλώς ο στίχος στην ισπανοεβραϊκή γλώσσα.
Υπάρχουν επίσης λίγα δημοτικά ή λαϊκά τραγούδια βλάχικα και  ακόμη πιο λίγα τουρκικά που αναφέρονται υμνητικά ή αποτροπιαστικά στην Θεσσαλονίκη.

Η Θεσσαλονίκη είναι η δεύτερη πόλη και το δεύτερο λιμάνι μετά τον Πειραιά που αναθρέφει το ρεμπέτικο. Η Σμύρνη είναι η γιαγιά του, η Σύρα είναι η  μάνα του, ο Πειραιάς η δασκάλα του μα επάνω στον οργασμό του η Θεσσαλονίκη είναι η φιλόξενη αγαπητικιά όπου βρίσκει την πιο τρανή υποδοχή για  την καλλιέργειά του.
Η Θεσσαλονίκη, μετά και την επαίσχυντη και διεθνώς ουδέποτε και ουδαμού γενομένη,  συνθήκη της ανταλλαγής,  δικαιωματικά μπορεί να φέρει τον τίτλο της «Πρωτεύουσας των προσφύγων», όπως ευφυώς την βάφτισε ο Γιώργος Ιωάννου, ένα άξιο πνευματικό τέκνο της που έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στην ανάδειξη του μεταπολεμικού πολιτιστικού προσώπου της.
Η πρόσληψη του ρεμπέτικου στους προσφυγικούς συνοικισμούς της υπήρξε ενθουσιώδης.
Η πόλη την δεκαετία του’  30 και του’ 40  –παρά τα δεινά, -Μεταξική δικτατορία, Κατοχή, Εμφύλιος και μετεμφυλιακές διώξεις του λαού- και, σε μεγάλο βαθμό ίσως εξαιτίας τους-  γίνεται σιτοβολώνας του ρεμπέτικου τραγουδιού που καλλιεργείται σχεδόν παράλληλα τόσο στους πολυάριθμους τεκέδες της, όσο και στα μικρά και απομακρυσμένα και αργότερα στα πιο κεντρικά ταβερνάκια, όπου το ρεμπέτικο θεραπευόταν από μικρή ορχήστρα άνευ μικροφώνων, μια παράδοση που συνεχίστηκε  και που εξακολουθεί ευτυχώς -κατά κάποιον τρόπο- και παρά την σταδιακή φθορά της να ισχύει σε μικροκλίμακα μέχρι σήμερα. 

Πολύ ενδιαφέρουσες παραστατικές μαρτυρίες με αναφορές στην γέννηση και την ακμή του ρεμπέτικου στη Θεσσαλονίκη βρίσκουμε στις αυτοβιογραφίες του Μπίνη και του Βαμβακάρη. 
Ο Τάκης Μπίνης, γεννημένος το 1923, λίγους μήνες μετά την ανταλλαγή από γονείς Αϊβαλιώτες, μεγαλωμένος στην Τούμπα, γαλουχημένος από πιτσιρίκος στην ατμόσφαιρα των τεκέδων, όπως του Παναγιώτη Μαύρου και των ταβερνείων, όπως του Σουρή και του Μόνου, στην αυτοβιογραφία του με τον τίτλο «Βίος ρεμπέτικος» μιλάει για την γνωριμία του στη Θεσσαλονίκη το 1934 με τον Παπαϊωάννου φαντάρο μα ήδη γνωστό μπουζουξή και αργότερα, το 1940  με τον Τσιτσάνη.
Στο βιβλίο αυτό ανακαλύπτει κανείς πολλές πληροφορίες γύρω από την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στα πολυάριθμα στέκια της Θεσσαλονίκης την δεκαετία του’  30, προς το τέλος της οποίας ανεβαίνει και ο Μπίνης στο πάλκο, στο Βαρδάρη, στη  Τούμπα, στην Καλαμαριά και αλλού. Ο Μπίνης μαθαίνει το μπουζούκι από αλανιάρηδες γείτονες.
Και εξομολογείται:

«Έπίσημος μπουζουξής με όνομα δεν υπήρχε τότε στη Θεσσαλονίκη και τα λαϊκά συγκροτήματα αποτελούνταν από σαντούρια, βιολιά, ντέφια, ούτια, και πουθενά, μέχρι το 1935, δεν υπήρχε μπουζούκι επαγγελματικά. Υπήρχαν πολλοί ερασιτέχνες που έπαιζαν για το κέφι τους και το κέφι της παρέας σε τεκέδες και κουτουκάκια, στις προσφυγικές συνοικίες και στο Βαρδάρι». 
Σε άλλες σελίδες του βιβλίου μας δίνει πληροφορίες για την ατμόσφαιρα και παραθέτει τα ονόματα πολλών από τα ξακουστά κέντρα της εποχής, όπου στα πάλκα τους θριάμβευε το ρεμπέτικο.
(τα πιο γνωστά: στην Εγνατία, του «Κουφού» και του «Δημόκα», στην Αριστοτέλους : του Βαγγέλη Φραγκολεβαντίνου, Ερμού και Αγίας Σοφίας : το «Αμπελάκι» που έπαιζε ο Τσιτσάνης  κι απέναντι η «Μιμόζα» που έπαιζε ο Γιοβάν τσαούς και ο Καλδάρας, στην Εθνικής Αμύνης: η αντιστασιακή επί Κατοχής ταβέρνα του «Μπούκη», στην Άνω Πόλη : μικροορχήστρες με σαντουρόβιολα, στη Νικηφόρου Φωκά : τα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα, στο Καραμπουρνάκι : ο «Έλατος» και του «Γιόσκα, στο Βαρδάρι : του σκυλόμαγκα και ταγματασφαλίτη «Κέρκυρα», του «Μακρή», του «Κυπαρίσση», του «Σταμπουλού», του αρχινταβατζή «Καφαντάρη» και οι τεκέδες του Τσικρικόνη και του Σαλικουρτζή)   
Ο Μάρκος στην «Αυτοβιογραφία» του, πρώτον:  αναφέρει πληροφορίες για τα κέντρα και τους καλλιτέχνες που συνεργάστηκε, (στου Παπάφη με τον Μπάτη, στην Απάνω Τούμπα με τον Μπάτη και τον Παπαϊωάννου, στην οδό Ειρήνης με τον Παπαϊωάννου –και, εδώ, με καθημερινό θαμώνα τον Τσαουσάκη).
Δεύτερον,  πλέκει ένα μοναδικό  εγκώμιο για την Θεσσαλονίκη της εποχής του’ 30 :

«Η Θεσσαλονίκη μ’ άρεσε πολύ. Ωραία πόλη… Δεν θυμάμαι άλλα μαγαζιά που παίζανε λαϊκά αλλά άκουγα, το τάδε μέρος, το τάδε μέρος…. Αλλά η αγορά της Θεσσαλονίκης μου έκανε εντύπωση. Μεγάλα νταραβέρια, μεγάλα πράματα…. Κόσμος, φτωχόκοσμος έτρεχε ντυμένος καλά. Και οι γυναίκες προπαντός πολύ σικ. Πολύ εντυνόντουσαν και οι άντρες.  Δηλαδή πλούσια χώρα. Σα να ήσουνα στην Ευρώπη… Έγραψα τότε και τραγούδι για τη  Θεσσαλονίκη:
Ωραία την επέρασα μες στη Θεσσαλονίκη, 
θυμήθηκα το δώδεκα που πήραμε τη νίκη.
Μικροί μεγάλοι τρέξανε εμένα για να ιδούνε,
ν’ ακούσουνε γλυκιά πενιά και να φχαριστηθούνε.
Πλούσια είναι τα ελέη τους κι αυτά τα χωρατά τους
κι εμένα μ’ αγαπήσανε όλοι με την καρδιά τους. 

Τέλος, ο Βαμβακάρης μας δίνει ένα πορτρέτο  -της προσωπικής του εκτιμήσεως βέβαια- του διαβόητου Νίκου Μουσχουντή, ζηλωτή κομμουνιστοφάγου μα παραδόξως υψηλού προστάτη του μπουζουκιού και των τεκέδων. (Μια αντικειμενική έρευνα για την ζωή αυτού του ανθρώπου και του κύκλου του θα ήταν πολλαπλά χρήσιμη για την κοινωνιολογικού, πολιτικού και πολιτιστικού χαρακτήρα διερεύνηση της Θεσσαλονίκης επί Κατοχής και Εμφυλίου)  

Η Θεσσαλονίκη παίζει σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση της καλλιτεχνικής προσωπικότητας του Βασίλη Τσιτσάνη και είναι βασική μήτρα της δημιουργίας του για τα νεανικά του χρόνια*.
Η μεγάλη Ρόζα Εσκενάζυ τραγουδάει εδώ στα πολύ νεανικά της χρόνια στη δεκαετία του’ 20.
Δεν έχουμε ακριβή στοιχεία για την ύπαρξη καφέ αμάν και καφέ σαντάν, ο Κώστας Τομανάς στα βιβλία του για την Θεσσαλονίκη έχει κάποιες αναφορές, ενώ ο σοβαρός μελετητής Αριστομένης Καλυβιώτης από την Καρδίτσα φέρνει στο φως την ύπαρξη εργοστασίου κοπής δίσκων γραμμοφώνου στη Θεσσαλονίκη στις αρχές του περασμένου αιώνα παράλληλα με την Πόλη και την Σμύρνη. 

Γνωστοί Θεσσαλονικιοί μουσικοί που διαπρέπουν στο πάλκο και συνεργάζονται ιδίως με τον Τσιτσάνη είναι ο παλαιστής Πρόδρομος Τσαουσάκης, ανακάλυψη του Τσιτσάνη, που εξελίσσεται σε κορυφαίο ερμηνευτή ρεμπέτικων τραγουδιών, το ντουέτο  Μίγγος – Τσανάκας, αργότερα ο μπουζουξής  Κοκοράκι, η τραγουδίστρια Σεβάς χανούμ, οι τραγουδιστές Γιώργος Χατζηαντωνίου και Σταύρος Καμπάνης, η Μαρινέλλα, και άλλοι. 
Στα τέλη της δεκαετίας του’ 50 και καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του’ 60, καθώς το λαϊκό τραγούδι αποενοχοποιείται από το στίγμα των κατωγείων και των ναρκωτικών, χαρακτηριστικά  αμαύρωναν την φήμη του προγενέστερου ρεμπέτικου, και ενώ τα σαλόνια ενδίδουν στον -μόλις πριν λίγο καιρό θεωρούμενο από τους ίδιους τους αστούς και την κρατική εξουσία που τον εδίωκε τριτοκλασάτο ήχο του μπουζουκιού-, η Θεσσαλονίκη γεμίζει κοσμικά κέντρα τύπου «Χορτατζήδες», «Ντελίς», «Φάληρο», «Σταυράκης», «Καλαμάκι» και «Καλαμίτσα», «Ταμπάκης», «Φλοίσβος», «Καρεκλάς», «Κουκουνάρες», «Σαπέρας», «Ηλιοβασιλέμματα», και άλλα ων ουκ έστιν αριθμός. 
Οι πρωταγωνιστές του λαϊκού τραγουδιού που θριαμβεύει στα πάλκα και στην δισκογραφία ανεβαίνουν συχνά στην γλεντζού φτωχομάνα.

Τα γνωστά ντουέτα Μητσάκης-Χρυσάφη, Τσιτσάνης-Νίνου, Χιώτης-Λίντα, Τόλης και Λίτσα Χάρμα, η Μπέλλου η οποία συνδέεται ιδιαίτερα με την πόλη και την επισκέπτεται πολλές φορές το χρόνο ως το τέλος, ο Καζαντζίδης, ο οποίος επίσης συνδέεται συναισθηματικά, τραγουδάει εμβληματικά τραγούδια για την Θεσσαλονίκη, όπως τη «Μεγάλη φτωχομάνα» του Χιώτη και το «Ο Γεντί κουλές στενάζει», ο Τζουανάκος, ο Λαύκας, η Πόλυ Πάνου, ο Αγγελόπουλος, η Γιώτα Λύδια, η Καίτη Γκραίη, ο Μπιθικώτσης, ο Διονυσίου, ο Μενιδιάτης, ο Μαρκάκης και άλλοι.  
Την ίδια εποχή παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στη σύνθεση της ορχήστρας και στην πρόταση εκτέλεσης των τραγουδιών, καθώς προστίθεται και γίνεται απαραίτητο το ακορντεόν και αργότερα η ντραμς ενώ κατά προαίρεσιν οι μαγαζάτορες  επιλέγουν να συνοδεύει την ορχήστρα μια φανταχτερή χορεύτρια-τραγουδίστρια-θεατρίνα, νέο είδος που καθιερώνεται από μόδα στις πίστες και τραβάει πελατεία. 
Στην δεκαετία του’  70 και του’  80 θριαμβεύει κυρίως στο κέντρο «ΜΙΝΟΥΙ», η θρυλική Λιλή-Ζαχαρένια Βαλαβάνη,  με τους σπουδαίους παρτενέρ της μπουζουξήδες Γιώργο Καμπουρέλλο και Σωκράτη Θεοδωρίδη.
Τον ίδιο καιρό σημαντική είναι η παρουσία του εξαίρετου ερμηνευτή και σολίστα του μπουζουκιού Στέλιου Κεφάλα –και αργότερα της κόρης του Μαριάνθης-, του θρυλικού Χοντρονάκου ή Στέφανου Κιουπρούλη με τον μπαγλαμά του, που έχει και ωραίες συνθέσεις για την Θεσσαλονίκη στο όνομά του, της Μαριώς που πέρασε πολλά θεσαλονικιώτικα τραγούδια στην δισκογραφία και άλλων.

Όλοι οι προαναφερθέντες  καλλιτέχνες  συντηρούν με σεβασμό ή συνεχίζουν στο πάλκο ή στις ηχογραφήσεις τον ρεμπέτικο μύθο της Θεσσαλονίκης και γενικότερα της χώρας. 
Πολλοί από τους σημαντικούς δημιουργούς που έζησαν ή πέρασαν από δω υμνογραφούν την Θεσσαλονίκη, τις ομορφιές της, τα τοπία της, τα γλέντια, το λαό της, την προσφυγιά της, τους Θεσσαλονικιούς «ξηγημένους, μάγκες και δερβίσια» της, τις γυναίκες της.

Ο Μάρκος, ο Τσιτσάνης, ο Χιώτης, ο Τσαουσάκης, ο Ρούκουνας, ο Γενίτσαρης, ο Καλδάρας, ο Γούναρης, ο Ζαμπέτας, ο Κολοκοτρώνης, ο Καζαντζίδης, ο Γαβαλάς, Ξεχωρίζουν οι συνθέσεις : «Θυμήθηκα το’ 12» του Βαμβακάρη,  «Όμορφη Θεσσαλονίκη» του Τσιτσάνη, «Θεσσαλονίκη μου»  ή «Φτωχομάννα» του Χιώτη, το ωραιότατο αλέγκρο «Μάγισσα Θεσσαλονίκη» του Γαβαλά, και η νεώτερη «Θεσσαλονίκη» του Ζαμπέτα. 
Η μυθολογία γύρω από το διαβόητο βυζαντινό Επταπύργιο αποτελεί δυνατή πηγή έμπνευσης για πολλά τραγούδια του εγκλεισμού, της απομόνωσης, των βασανιστηρίων, της καταδίκης, τα οποία άμεσα ή έμμεσα συνδέονται με τα τραγούδια του τεκέ, μουρμούρικα, χασάπικα, απτάλικα και ζεϊμπέκικα,  αδέσποτα ή επώνυμα, με κοινό παρονομαστή την παρανομία, την κλεψιά, το φονικό και κυρίως τη μαστούρα από το χασίσι.  
Τα σημαντικότερα από αυτά είναι:

«Πέντε χρόνια δικασμένος» του Σμυρνιού Βαγγέλη Παπάζογλου, εμβληματικό άσμα που έχει κακοποιηθεί έχοντας υποστεί σωρεία κλοπών και νοθεύσεων, «Τα κάστρα του Γεντί κουλέ» και «Βράδιασε και στο Γεντί κουλέ» του Γιώργου  Μητσάκη που έζησε στη πόλη από το 1937 ως το 1939,  «Κελί μου κατασκότεινο» του Στέλιου Καζαντζίδη, «Αναστενάζει ο Γεντί κουλές» του Σαράντη Κοντομάτη,  και το «Γεντί κουλέ» του Βασίλη Τσιτσάνη, σε στίχους της αθάνατης Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, με την συγκλονιστική ερμηνεία του Τσαουσάκη και της Νίνου. 
Η μυθολογία του Βαρδάρη έχει επίσης αξιοποιηθεί λιγότερο στο ρεμπέτικο και περισσότερο στο νεώτερο τραγούδι σε συνθέσεις του Νίκου Παπάζογλου, του Θάνου Μικρούτσικου πάνω σε στίχους του Νίκου Καββαδία, του Ντίνου Χριστιανόπουλου σε στίχους δικούς του,  νεώτερων όπως του Γιώργου Σφυρίδη, του Γιάνη Τσολακίδη και άλλων. 
Ενώ, συνεχίζοντας μια παράδοση που συντηρεί τους ποικίλους μύθους της Θεσαλονίκης στο πανελλήνιο,  συνθέτες και στιχουργοί, λαϊκοί σαν τον Χρήστο Νικολόπουλο, τον Κώστα Βίρβο, τον Πυθαγόρα, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον Λευτέρη Χαψιάδη, την Σώτια Τσώτου,  και άλλοι που έχουν χαρακτηριστεί «έντεχνοι» ή «έντεχνοι λαϊκοί», όπως πχ, ο Δήμος Μούτσης, ο Νίκος Ξυδάκης, η Αφροδίτη Μάνου, ο Σταμάτης Κραουνάκης, ο Λάκης Παπαδόπουλος, ο Γιάννης Μηλιώκας, ο Νίκος Γκάτσος, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, ο Μιχάλης Μπουρμπούλης, ο Γιώργος Χρονάς, γράφουν τραγούδια για την Θεσσαλονίκη, αλλά  η έμπνευση του Γιώργου Ιωάννου από τον Βαρδάρη και γενικότερα από τους θρύλους της νεώτερης Θεσσαλονίκης μας χαρίζει έναν από τους εξέχοντες δίσκους απάσης της ελληνικής δισκογραφίας του περασμένου αιώνα, το «Κέντρο διερχομένων» σε υποβλητικές συνθέσεις του Νίκου Μαμαγκάκη.    

Σημαντικά   κέντρα και μουσικές σκηνές όπου έπαιζαν λαϊκή μουσική είναι:
το «ΜΠΑΛΚΟΝΑΚΙ», το «ΜΥΣΤΙΚΟ», το «ΤΗΝΕΛΛΑ», το «ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ», η «ΒΑΡΔΙΑ», το «ΠΛΑΤΩ» και  η «ΑΙΓΛΗ» ή «ΓΕΝΙ ΧΑΜΑΜ», κλειστή κι αυτή σήμερα, ένας από τους πλέον ατμοσφαιρικούς χώρους σε πανελλήνια κλίμακα. Μεγάλοι  χώροι φιλοξενίας μουσικών σχημάτων με διάφορο βαθμό ποιοτικών επιλογών είναι   η «ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ»,  ο «ΜΥΛΟΣ»,  η  «ΒΙΛΚΑ».
Το τραγικό με όλους τους χώρους αυτούς, μεσαίας ή μεγάλης χωρητικότητος, είναι ότι οι νεόκοποι και τυχάρπαστοι συνήθως ιδιοκτήτες ή ενοικιαστές τους συχνά επιβάλλουν στην ορχήστρα με το στανιό ρεπερτόριο της δικής τους επιλογής με αποτέλεσμα το  ουλαλούμ πρόγραμμα και την ηθική μείωση των καλλιτεχνών.   

Παραδοσιακές λαϊκές ταβέρνες, θεματοφύλακες του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού με ζωντανή ορχήστρα, τζουκ μποξ ή μαγνητόφωνο, και με την ολόψυχη συνδρομή και στήριξη των  φανατικών θαμώνων τους, τις τελευταίες δεκαετίες υπήρξαν και είναι:
«ΣΟΥΕΖ», «ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ», «ΤΖΟΤΖΟΣ» «ΛΟΥΤΡΟΣ»,  «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ»,  «ΑΣΥΛΟ»,  «ΚΟΥΦΟΣ», «ΚΟΚΟΡΑΣ»  και άλλες. 

Οι μουσικές σκηνές της Θεσσαλονίκης ανέδειξαν μουσικούς-πολλοί είναι εμπειρικοί, άλλοι όμως σπουδαστές ή δάσκαλοι σε ωδεία-, όπως: ο Αγάθων Ιακωβίδης, από τους καλύτερους νεώτερους εκτελεστές του ρεμπέτικου μαζί με τον Γκολέ, τον Κοντογιάννη, τον Ξηντάρη, τον Τσέρτο, οι σολίστες του μπουζουκιού Χρήστος Μητρέτζης, Μανώλης Πάππος, Παύλος Παφρανίδης, και άλλοι ο και συνθέτης Ισίδωρος Παπαδάμου οι κιθαρίστες  Γιώργος Χουλιάρας, Δημήτρης Μυστακίδης Γιώργος Λίζος, Σταύρος Κρομμύδας, Αντώνης Κουμανδράκης,  Μάκης Πάντσιος,… και άλλοι, οι βιολιστές Κυριάκος Γκουβέντας, Φώτης Σιώτας, Στέργιος Γαργάλας Δημήτρης Θεοδωράκης και άλλοι, οι πιανίστες Γιώργος Καζαντζής, Θανάσης Μπιλιλής, Γιώργος Κοκκινάκης και άλλοι οι ακορντεονίστες Κώστας Βόμβολος (και συνθέτης), Κώστας Τσούκρας, Ηλίας Κρομμύδας, Δημήτρης Τσιολχάς,  οι κοντραμπασίστες και συνθέτες Μιχάλης Σιγανίδης,   και Κώστας Θεοδώρου καθώς και ο Δημήτρης Γουμπερίτσης, ο Δημήτρης Μπασλάμ και άλλοι, οι κρουστοί Λευτέρης Παύλου, Κατερίνα Παπαδοπούλου, και άλλοι. Εδώ, ας μου επιτραπεί να σημειώσω και την προσωπική μου συμβολή στη σύνθεση, το στίχο, την ερμηνεία δικών μου και καθιερωμένων λαϊκών τραγουδιών.
Διάδοχος ίσως του θρυλικού «ΜΙΝΟΥΙ» θα μπορούσε να θεωρηθεί  η «ΟΜΟΡΦΗ ΝΥΧΤΑ» του Χουλιάρα, ο περίφημος «ναός», που στην εποχή του, μέχρι το 2005 περίπου που έκλεισε, δεν είχε το ταίρι της ούτε στον Πειραιά και στην Αθήνα. 

Ωραία μαγαζιά με ζωντανή λαϊκή μουσική που λειτουργούν ακόμη σήμερα είναι: η  κλασική πλέον   μουσική ταβέρνα «ΤΟΜΠΟΥΡΛΙΚΑ» του αγωνιστή μπουζουξή και ερμηνευτή  Παντελή Χατζηκυριάκου , το κέντρο του «ΠΛΑΣΤΑΡΑ» στα Κάστρα, η   λαϊκή μπουάτ «ΠΡΙΓΚΙΠΕΣΣΑ» στο Λευκό Πύργο,  και κάποια ταβερνάκια με ζωντανή λαϊκή ορχήστρα άνευ μικροφώνων, όπως το «ΧΑΤΖΗ ΜΠΑΞΕ», το  «ΠΗΡΕ ΚΑΙ ΒΡΑΔΥΑΖΕΙ» και κάποια άλλα.  
Στο μεταξύ σημειώνεται η εμφάνιση αξιομνημόνευτων σχήματα παραδοσιακής μουσικής που έχουν τελευταίως αναδειχθεί στην πόλη, όπως ΟΙ «ΕΝ ΧΟΡΔΑΙΣ» και το συγκρότημα «ΛΩΞΑΝΔΡΑ». Σχεδόν ταυτόχρονα  ταλαντούχοι μουσικοί, όπως ο Γιάννης Αγγελάκας και ο Παύλος Παυλίδης προσεγγίζουν μια γκρίζα ή μαύρη εκδοχή τη Θεσσαλονίκης με εμπνευσμένες ροκ συνθέσεις.  
Ιδιαίτερα πρέπει να τονιστεί η σημαίνουσα προσφορά ενός –με έναν ιδιαίτερο τρόπο- λαϊκού συνθέτη και ποιητή πρώτης γραμμής, του Θεσσαλονικιού Σταύρου Κουγιουμτζή, για τον οποίο η πατρίδα του αποτελεί βασικό πυρήνα  έμπνευσης, συνεργάζεται σχεδόν με όλους τους εξέχοντες λυρικούς ποιητές-στιχουργούς της εποχής μας, ιδιαιτέρως δε με τον σημαντικό ποιητή της Θεσσαλονίκης Γιώργο Θέμελη.

Η  στάση ζωής του Κουγιουμτζή αποτελεί μοναδικό παράδειγμα καλλιτέχνη αριστοτεχνικού μουσικού ύφους και  ακέραιου ήθους στα μεταπολεμικά μας χρόνια. 
Ο Διονύσης Σαββόπουλος καταφεύγει νεαρός στην πρωτεύουσα κουβαλώντας μια τεράστια παρακαταθήκη αναμνήσεων από την Θεσσαλονίκη που διαμορφώνουν εν πολλοίς τη βάση των εμπνεύσεων για τη δημιουργία μιας ιδιόμορφης και ιδιοφυούς τραγουδιστικής εποποιίας.
Το ύφος του διακρίνεται από συγκερασμό στοιχείων με καταγωγή από το ρεμπέτικο, το δημοτικό τραγούδι,  την καντάδα, τις βαλκανικές ορχήστρες, την σύγχρονη δυτική ροκ κουλτούρα. 

Ο λατρεμένος Νίκος Παπάζογλου, με συγγενικές καταβολές σαν εκείνες του Σαββόπουλου, αλλά με πιο επίμονη και πιο συναισθηματικής καταγωγής την κεντρομόλο ροπή του προς την Θεσσαλονίκη και την προσφυγιά της, δημιουργεί άκρως πρωτότυπους και ενδιαφέροντες κύκλους τραγουδιών με βάση το λαϊκό τραγούδι και μια μοναδική ανατολίζουσα –ενίοτε σπαρακτική, άλλοτε παιχνιδιάρικη  ερμηνεία. 
Ο Μανώλης Ρασούλης, ένας λαϊκός δημιουργός και ποιητής αξιώσεων, τόσο μοντέρνος, όσο και παραδοσιακός μαζί, διαλέγει τα τελευταία χρόνια για θετή του πατρίδα την πόλη μας και την υποστηρίζει σθεναρά με την παρουσία του αλλά δεν τυχαίνει να εμπνευστεί ιδιαίτερα απ’ αυτήν (εξαίρεση το σουξέ «Πότε Βούδας, πότε Κούδας». 

Τις δύο τελευταίες δεκαετίες εξακολουθούν να γεννιούνται και να παρουσιάζουν αξιοσημείωτες μουσικές εργασίες -σε ύφος που κατά βάση στηρίζεται στη λαϊκή μουσική παράδοση- με επιτυχία αξιόλογοι δημιουργοί, -πρώτη ταλεντομάννα πανελληνίως η Θεσσαλονίκη- κυρίως τραγουδοποιοί και συνθέτες που δημιουργούν ποιοτικό μουσικό και στιχουργικό έργο, όπως, ο Αργύρης Μπακιρτζής, ο Γιώργος Καζαντζής, ο Γιώργος Ζήκας, ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Δημήτρης Ζερβουδάκης και άλλοι, καθώς και πολλοί και καλοί ερμηνευτές και ερμηνεύτριες, όπως η Μελίνα Κανά, η Λιζέτα Καλημέρη, η Ελένη Τσαλιγοπούλου, η Μαρία Φωτίου, η Κατερίνα Σιάπαντα, η Φωτεινή Βελεσιώτου, οι αδερφές Τσαϊρέλη, η Τουρκάλα Ντιλέκ Κοτς, ο Κώστας Μακεδόνας, οι αδελφοί Πρατσινάκη, ο Ανδρέας Καρακότας, ο Παντελής Θεοχαρίδης, ο Δημήτρης Νικολούδης, ο Παναγιώτης Καραδημήτρης και άλλοι. Πολλοί απ’ αυτούς   επιλέγουν να εργαστούν στην Αθήνα, δικαίως, αφού η συμπρωτεύουσα έχει αποδείξει ότι δεν διαθέτει τα μέσα, δεν έχει τον τρόπο ή την διάθεση να βοηθήσει στην ανάδειξη της εργασίας των δημιουργούν που διαμένουν εδώ και σχεδόν δε μπορεί πια να τους θρέψει.
Είναι δυστυχώς γεγονός ότι μια πόλη που πριν από είκοσι χρόνια διέθετε πολλά ατμοσφαιρικά στέκια του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού, σήμερα έχει ορφανέψει από αυτά και οι  καλοί μουσικοί και τραγουδιστές βρίσκονται εδώ και αρκετά χρόνια σε διαρκή και απεγνωσμένη αναζήτηση εργασίας.
Φαινόμενο, που αποτελεί επιμέρους χαρακτηριστικό μιας φθίνουσας πορείας του πολιτιστικού προσώπου της πόλης, η οποία τις τελευταίες δεκαετίες είχε γυρίσει  τις πλάτες της στις όποιες εξελικτικές διεργασίες της χώρας, προτίμησε το φλερτ με την συντηρητική εσωστρέφεια και αρκέστηκε να συνεχίσει να τραγουδά τον στείρο αμανέ της για την μπαμπέσα  Αθήνα, που «όλο της την φέρνει», εξαντλώντας η ίδια  την καθωσπρεπίστικη αμηχανία της σε αναπλάσεις διατηρητέων πλατειών  όπως τα Λαδάδικα, ή Άθωνος και η Εμπορίου που απευθύνονται σε ανυποψίαστους φοιτητές ή ιλουστρασιόν και λαμέ πελατεία του σαλονικιώτικου νεοπλουτιστάν, -όπως  θα’ λεγε και ο αείμνηστος αδελφός Ρασούλης-  σκυλοπόπ δημαρχιακές φιέστες και  πλαστικολουλουδοπόλεμο στα Σφαγεία.
Τόσο οι ταγοί της, όσο και η πλειοψηφία του λαού της επέλεξαν να την στρέψουν να μιμηθεί τα κακά της Αθήνας αλλά και τα κακά, ας πούμε,  της Λάρισας αντί για τα καλά, τα όποια καλά, της εσαεί «ένοχης» υποτίθεται,  πρωτεύουσας. 

Ας μη γελιόμαστε, λαϊκό τραγούδι δεν υπάρχει παρά μόνο ως επιβίωμα και ως εμμονή κάποιων στερνών μονομάχων που το στηρίζουν. Έχουμε να κάνουμε μ’ έναν λαό νέας κοπής που η ψυχοσύνθεσή του έχει υποστεί ραγδαίες αλλοιώσεις οι οποίες έχουν καταντήσει ακόμη και την πιο πρόσφατη πολιτιστική ταυτότητά του μη αναγνωρίσιμη.
Παρόλα αυτά συν τω χρόνω έχει μαζευτεί μια ισχνή σοδειά για το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι για την Θεσσαλονίκη : μονογραφίες, άρθρα, επιφυλλίδες, συνεντεύξεις, απόπειρες για την παρουσίαση πορτρέτων λαϊκών καλλιτεχνών,   που έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί στον περιοδικό τύπο  ή σε λαογραφικά και λογοτεχνικά έντυπα και ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις περιοχών του τραγουδιού.
Ακόμη έχουν την αξία τους βιβλία που περιέχουν το κόρπους των δημιουργιών ενός δόκιμου καλλιτέχνη, όπως εκείνα του Σταύρου Κουγιουμτζή και του Διονύση Σαββόπουλου και αυτοβιογραφίες όπως της Σεβάς χανούμ και της Καίτης Γκραίη. 
Όλα αυτά  μαζί συνδιαμορφώνουν το υλικό για την σύνθεση ενός πρώτου πεδίου έρευνας γύρω από το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι στην πόλη μας.

Να προσθέσω και δουλειές που μου έρχονται στο νου, όπως πονήματα του Ηλία Πετρόπουλου, του Ντίνου Χριστιανόπουλου, του Γιώργου Ιωάννου, του Τόλη Καζαντζή, και νεώτερων, όπως του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, ιδίως με το «Ουζερί Τσιτσάνης»   και κάποια αφηγήματα, -δικά μου βιβλία, ιδίως το μυθιστόρημα «Όμορφη νύχτα» και άλλα-, του ακάματου Χρήστου Ζαφείρη, που ετοιμάζει μελέτη για το πρόσωπο του θεσσαλονικιώτικου τραγουδιού, του Άκη Γεροντάκη,  και άλλων. 
Μη βαυκαλιζόμαστε βέβαια. Μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει τίποτε το ολοκληρωμένο.

Θα χρειάζονταν χρόνια αυτοθυσίας και επίπονης τριβής κάποιων καμικάζι της μελέτης και της έρευνας με πρόσφορο μόνον ένα υλικό δυσεύρετο έως απολεσθέν  και βάση την υπάρχουσα ισχνή βιβλιογραφία.
Η κατάσταση είναι θλιβερή. Πριν από χρόνια ο Φοίβος Ανωγιαννάκης έκανε θαύματα. Βρέθηκε κάποτε μια ερευνήτρια, η Δέσποινα Μαζαράκη και έγραψε την πολύτιμη μελέτη «Το λαϊκό κλαρίνο στην Ελλάδα».  

Υπάρχει βέβαια παλαιά και νέα γενιά ερευνητών που επιμένουν : Ο Κουνάδης, ο Διονυσόπουλος, ο Χατζηδουλής, ο Μανιάτης, ο Λιάβας, ο Καλυβιώτης,  ο Κοντογιάννης, ο Μπαλαχούτης, ο Γεωργιάδης, ο Καπετανάκης και άλλοι. Μα αυτοί εργάζονται σε πανελλήνια κλίμακα και πάντως όχι ιδιαίτερα ή σχεδόν καθόλου για την μουσική ιστορία της Θεσσαλονίκης. 
Είναι τραγικό επίσης που σήμερα δεν κυκλοφορεί στην χώρα μας κανένα περιοδικό για το λαϊκό τραγούδι εκτός από τον «Μετρονόμο» που επιμένει να εκδίδει ο χαλκέντερος νεαρός Θανάσης Συλιβός ιδίοις αναλώμασιν και πωλείται μόνο 4 ευρώ με ελάχιστους μουστερήδες. 

Μήπως θα ήταν πιο χρήσιμο για όλους μας αντί να διοργανώνουμε συμπόσια για τέτοια σοβαρά θέματα, υψηλών απαιτήσεων, με ανύπαρκτη βιβλιογραφία, να στρωθούμε στη δουλειά για να διασώσουμε έστω τα έσχατα ψυχία του αστικού μουσικού πολιτισμού ενός λαού ο οποίος, προτού να γονατίσει, είχε ήδη εξόφθαλμα ενδώσει και αλλοτριωθεί;
Και πώς άραγε, δηλαδή με τι φόντα, να μιλήσουμε σχετικά με την ιστορία του λαϊκού τραγουδιού της πόλης μας ή της χώρας μας για  ολόκληρο τον περασμένο αιώνα, όταν δεν διαθέτουμε ούτε μια υποτυπώδη μονογραφία της ιστορίας του μπουζουκιού;
Θωμάς Κοροβίνης
Το κείμενο αποτελεί μια πρώτη απόπειρα πρωτεγενούς προσέγγισης ενός μεγάλου κεφαλαίου, του λαϊκού τραγουδιού στη Θεσσαλονίκη τον 20ο αι. Διαβάστηκε ως εισήγηση, την Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου, στο συνέδριο για την μουσική του Φεστιβάλ «Παρά θιν αλός» της Καλαμαριάς και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μετρονόμος», τεύχος 46-Αφιέρωμα στον Μάνο Λοίζο.
Σημείωση: *(Δεν επεκτάθηκα επ’ αυτού, εκτενώς, επειδή για την σχέση του κορυφαίου συνθέτη με την πόλη μίλησε ο φίλος συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης).

O Θωμάς Κοροβίνης, φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση, έζησε για μια οχταετία στην Κωνσταντινούπολη. Εδώ και χρόνια ερευνά πτυχές του ελληνικού και του τουρκικού λαϊκού πολιτισμού καθώς και τις σχέσεις μεταξύ τους.
Συνεργάζεται με διάφορα περιοδικά πολιτιστικού προσανατολισμού.
Έγραψε τα βιβλία: Τουρκικές παροιμίες, Κανάλ ντ' Αμούρ, Τα πρόσωπα της Σωτηρίας Μπέλλου, Φαχισέ Τσίκα, Σκανδαλιστικές και βωμολοχικές ελληνικές παροιμίες, Κωνσταντινούπολη – Λογοτεχνική ανθολογία, Τούρκοι ποιητές υμνούν την Κωνσταντινούπολη, Ο Μάρκος στο χαρέμι, Το χτικιό της Άνω Τούμπας, Τρία ζεϊμπέκικα και ένα ποίημα για τον Γιώργο Κούδα, Οι Ασίκηδες ‒ Εισαγωγή και ανθολογία της τουρκικής λαϊκής ποίησης από τον 13ο αιώνα μέχρι σήμερα, Οι Ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας, Αφιέρωμα στον Στέλιο Καζαντζίδη, Θεσσαλονίκη 2005 – Ρεπορτάζ – Στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου πού λείπει 20 χρόνια στην καταπακτή, Σμύρνη, μια πόλη στην λογοτεχνία, Όμορφη Νύχτα ‒ Χρονογραφία-μυθιστόρημα για 20 χρόνια λαϊκού τραγουδιού στη Θεσσαλονίκη [1985-2005], Ο Καραγκιόζης λαϊκός τραγουδιστής, Ο γύρος του θανάτου, Θεσσαλονίκη 1912-2012 ‒ Μέσα στα στενά σου τα σοκάκια, Το αγγελόκρουσμα – Η τελευταία νύχτα του κυρ-Αλέξανδρου.

Το 1995 τιμήθηκε με το βραβείο Ιπεκτσί. Για το μυθιστόρημά του Ο γύρος του θανάτου τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2011.
Είναι συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής λαϊκών τραγουδιών.
Δισκογραφία: Από έβενο κι αχάτη, Φουζουλή: Λεϊλά και Μετζνούν, Τακίμια, Το Κελί.
Συχνά παρουσιάζει συναυλίες με το δικό του ρεπερτόριο ή με θέματα του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού.
***
Φωτογραφία (Ο Βασίλης Τσιτσάνης με αφιέρωση στον Ηλία Πετρόπουλο), από το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου, (2009) Ρεμπέτικα τραγούδια, Κέδρος


της Κρυσταλίας Πατούλη
tvxs

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

Το πρώτο τραγούδι του Νίκου Ξυλούρη



Πρόσωπα και θέματα που άμεσα ή έμμεσα συνδέονται με την ιστορική επέτειο. Ο Νίκος Ξυλούρης ή Ψαρονίκος γεννιέται… στις 7 Ιουλίου 1936 στο ορεινό χωριό Ανώγεια του Ρεθύμνου της Κρήτης. Γονείς του ο Γιώργης και η Ελευθερία Ξυλούρη, ενώ από τα πέντε αδέλφια του, οι δυο είναι ο Αντώνης Ξυλούρης ή Ψαραντώνης και ο Γιάννης Ξυλούρης ή Ψαρογιάννης, γνωστοί εκπρόσωποι της κρητικής μουσικής. 

Από νεαρή ηλικία και με τη μεσολάβηση του δασκάλου του Μενέλαου Δραμουντάνη, πείθει τον πατέρα του, ο οποίος αρχικά είναι αντίθετος, να του αγοράσει μια λύρα και γρήγορα αρχίζει να παίζει σε γάμους και πανηγύρια. Στα 17 του χρόνια κατεβαίνει στο Ηράκλειο αναζητώντας καλύτερη τύχη. Τον Φεβρουάριο του 1956 γνωρίζει την, μαθήτρια ακόμα, Ουρανία Μελαμπιανάκη. Κάτω από τις προκαταλήψεις της κοινωνίας εκείνη την εποχή και έχοντας την αντίθεση του πατέρα της, Μιχάλη Μελαμπιανάκη, που δεν βλέπει με καλό μάτι το ειδύλλιο της κόρης του μ’ ένα νέο μουσικό, στις 21 Μαΐου του 1958 ο Νίκος «κλέβει» την Ουρανία και παντρεύονται… Έξι μήνες μετά, στις 21 Νοεμβρίου, ο Ξυλούρης μπαίνει στο στούντιο για να πραγματοποιήσει τις δυο πρώτες ηχογραφήσεις του στη δισκογραφία. 

Στην «μυθιστορηματική βιογραφία» του Νίκου Ξυλούρη «Με τη χορδή της λύρας», ο Χρήστος Χαραλάμπους, περιγράφει ανάγλυφα εκείνες τις στιγμές: « Το μεράκι του Νίκου, η αγάπη του και οι έγνοιες του για τη μουσική και τα τραγούδια των πατέρων και των παππούδων του ήρθε η ώρα που έπρεπε να πάρουνε μια πρώτη, πιο επίσημη αναγνώριση. Ύστερα από πολλές ταλαιπωρίες κι αγωνίες, με τη βοήθεια κάποιων ανθρώπων που ‘χανε πέραση στους κατάλληλους κύκλους, ο Ξυλούρης άρχισε να βλέπει τους κόπους του να παίρνουνε την αμοιβή που τους άξιζε. Είχε γυρίσει ένα βράδυ στο σπίτι, βρήκε την Ουρανία να κάθεται και να διαβάζει ένα βιβλίο που το ’χε συχνά για συντροφιά. Η βροχή έπεφτε χοντρή απόξω, οι σταγόνες κτυπούσανε με μανία στο πεζούλι, ύστερα στο παράθυρο, δύσκολα μπορούσες να ξεχωρίσεις περπάτημα διαβάτη στο δρόμο. Σαν είδε την πόρτα ν’ ανοίγει και να μπαίνει ο άντρας της, άφηκε το βιβλίο, έβαλε ένα χαρτί για σημάδι, σηκώθηκε να τον καλωσορίσει. Απόψε ξεχώριζε κάτι αλλιώτικο στη ματιά του, σαν κάτι ευχάριστο να ‘χε ακούσει που του φερε διάθεση, μα ωστόσο δεν είπε τίποτε. Απ’ τη μεριά του ο Νίκος χαμογελούσε, μα πάλι οι κουβέντες του ήταν ίδιες σαν κάθε φορά. Δεν άντεχε η Ουρανία σε τούτη την αλλαγή, αναρωτιούνταν για την τόση χαρά που διάβαζε στο πρόσωπο του άντρα της, μα που ο ίδιος δεν έλεγε να τη φανερώσει. Την άφηκε λίγη ώρα ο Νίκος να βασανίζει το νου της, να βρει το ευχάριστο, εκείνη δε το ‘βρισκε, στο τέλος αποφάσισε να μιλήσει. 

-Τη «Μαυροφόρα» τηνε γνωρίζεις, την έκαμε σα να τη ρωτούσε. Ε, το λοιπόν σου λέω, για να χαρείς και συ, πως τούτο το τραγούδι θα το βγάλουμε γρήγορα σε δίσκο. Θυμάσαι την κουβέντα που λέγαμε…. Το λοιπόν θαρρώ πως τα καταφέραμε! Μου το ‘κανε δηλαδή σίγουρο ο φίλος μας πως θα βοηθήσει να βγάλουμε το δίσκο. 

Το μουστάκι του Νίκου ανασηκώθηκε χαρούμενο καθώς αφηγούνταν το πώς και το πότε για το τραγούδι του, το πρόσωπο της Ουρανίας ολάκερο ένας ήλιος, μαρτυρούσε και τη δική της χαρά για το προχώρημα τούτο του άντρα της. Έγειρε την κεφαλή του ο Νίκος, έμεινε να την κοιτάζει ευχαριστημένος κι ένιωθε τη χαρά του διπλή. Μια για το τραγούδι του που θα έβγαινε σε δίσκο, αλλά περισσότερο γιατί έβλεπε τη γυναίκα του γελαστή και χαρούμενη. Ευτυχισμένοι κι οι δυο τους γι’ αυτή την εξέλιξη, αποφασίσανε, έστω και μέσα στο κρύο, μια που η βροχή είχε πάψει, να βγούνε να περπατήσουνε κάτω στο μόλο, να πάρουνε τον αέρα τους… Ο Νιόβρης ήταν στα μέσα του κι ο Νίκος με την Ουρανία κατεβήκανε στην Αθήνα για να γίνει πραγματικότητα εκείνο που καιρό πάσκιζε να πετύχει ο Ξυλούρης. Βγήκε σε δίσκο η «Μαυροφόρα» και καθώς δεν υπήρχαν χρήματα για να πληρωθεί τραγουδίστρια, έκανε το σεγόντο η Ουρανία. Άλλωστε πόσες φορές δεν είχαν τραγουδήσει οι δυο τους αυτό και πολλά άλλα τραγούδια που σκάρωνε ο Νίκος. Στο τραγούδι δόθηκε ο τίτλος «Κρητικοπούλα μου» και στην πίσω πλευρά του δίσκου γράφτηκε το τραγούδι «Δεν κλαίνε οι δυνατές καρδιές». Κι εδώ του ‘κανε σεγόντο η Ουρανία. Δυο τραγούδια του Νίκου που για μήνες ολάκερους τα σιγοτραγουδούσε στο σπίτι με τη γυναίκα του και, τώρα που βγαίνανε σε δίσκο, η ικανοποίηση του Κρητικού ήτανε απερίγραπτη για τούτο το πρώτο πάτημα στο δρόμο που θα τον έβγαζε στην πραγματοποίηση του σκοπού που ‘χε τάξει. Όσο για την πλερωμή τη δική του; Επήρε κι αυτός μερικά φράγκα μόνο. Αυτό όμως δεν τον ένοιαζε. Ήθελε πιότερο απ ’όλα ν’ ακουστεί η μουσική και τα τραγούδια της Κρήτης, να τ ’αγαπήσει ο κόσμος, και τα χρήματα που θα έβγαζε αυτός τα ‘χε σε δεύτερη μοίρα. Αρέσανε τα τραγούδια στον κόσμο, ο δίσκος πουλήθηκε μ’ ευκολία, δικαιώθηκε και κείνος ο φίλος που βοήθησε να προχωρήσει ο Νίκος… »(1) Οι δυο πρώτες ηχογραφήσεις, η «Κρητικοπούλα» ή αλλιώς «Μια μαυροφόρα όταν περνά» και το «Δεν κλαίνε οι δυνατές καρδιές» ή «Πάντοτε μια φτωχή καρδιά» κυκλοφορούν σε δίσκο 78 στροφών στην Οdeon . Στο δίσκο παίζει λαούτο ο αδελφός του Νίκου, ο Γιάννης και σεγόντο κάνει η γυναίκα του Ουρανία. 

Ο Νίκος Ξυλούρης με το Γιώργο Κουμιώτη

Είναι χαρακτηριστικό πως για να πεισθεί η εταιρεία και να κυκλοφορήσει ο δίσκος, επεμβαίνει ο πολιτικός και οικονομικός παράγοντας Παύλος Βαρδινογιάννης, που πιέζει τον Μάτσα και εγγυείται πως, αν δεν πουλήσει ο δίσκος, θα καλύψει εκείνος τη ζημιά. Εκείνη την εποχή στην Κρήτη δεσπόζουν δυο ομάδες λυράρηδων, οι «Μουντακικοί» και οι «Σκορδαλικοί». Οι δισκογραφικές εταιρείες είναι ουσιαστικά δύο κι έτσι η κάθε ομάδα ηχογραφεί σε μία απ’ αυτές. Είναι δύσκολο δηλαδή να βρεθεί χώρος για έναν τρίτο και μάλιστα νέο. Τελικά οι εγγυήσεις του Βαρδινογιάννη δεν χρειάζονται, αφού ο δίσκος γνωρίζει ιδιαίτερη επιτυχία ενώ τότε ο Ξυλούρης κερδίζει το αστρονομικό ποσό των 150 δραχμών. Μέχρι το 1970, που συνεργάζεται με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στο «Χρονικό» και τα «Ριζίτικα», ο Ξυλούρης ηχογραφεί μια σειρά από κρητικά τραγούδια, κυρίως σε δίσκους 45 στροφών, στις εταιρείες Fidelity , Music Box , Rca Victor και Columbia .Τα δυο πρώτα τραγούδια του θα συμπεριληφθούν πολλά χρόνια αργότερα σε διάφορες συλλογές τραγουδιών του… Φεύγει από τη ζωή στις 8 Φεβρουαρίου 1980. 

Πηγές: 1. Χρήστου Χαραλάμπους «Νίκος Ξυλούρης- Με τη χορδή της λύρας» (Εξάντας 2003) 2. «Νίκος Ξυλούρης… τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο» (Μετρονόμος 2010) 3. Αφιέρωμα στο Νίκο Ξυλούρη στο περιοδικό «Μονογραφίες» (Νο 1, Αύγουστος 2006) 4. Φωτογραφικό λεύκωμα της έκδοσης «Ο Νίκος Ξυλούρης και 3 ποιήματα» ( Victory 2006) Φωτογραφίες 1. Στο γάμο του εξαδέλφου του Κώστα Ξυλούρη (Κοζύρη) 2. Αυτόγραφο

απο το ogdoo.gr 

 

ΣΧΟΛΙΟ

Ο Νίκος Ξυλούρης πολλοί θεωρούν ότι σχεδόν γεννήθηκε διάσημος... Καθόλου!! Χρειάστηκε πολυ κόπος και προσπάθεια για να σταθεί δίπλα στα μεγαθήρια της κρητικής μουσικής που μεσουρανούσαν τότε, Σκορδαλό και Μουντάκη όπως αναφέρεται πιο πάνω και συμπληρώνουμε, τους Κουτσουρέληδες που στην ουσία ανέδειξαν το Μουντάκη -κάτι που δεν το συγχώρεσε ο Ναύτης και γιαυτο εν πολλοίς ήσαν αντίπαλοι...- το Τζιμάκη, που όμως ήτανε λίγο αναρχικός σαν τον Ιορδάνη και δεν έμπαινε συχνά στο στούντιο*, τον Καραβίτη, τον Καλογερίδη, τον Κλάδο που είχε κάνει επιτυχία αλλα το '62 απο ζημιά στο λαιμό του σταμάτησε να παίζει, το Μανιά που ήδη είχε άνοδο, το συχωριανό του Καλομοίρη, τον Καλογερίδη στο Ηράκλειο, το Δερμιτζογιάννη στο Λασήθι, το Ναύτη στα Χανιά και ασφαλώς τους παλιούς της περιοχής του, Πασπαράκη, Καφάτο, Σφουντούρη και άλλους...

*
Σύντομα -αν έχουμε υγεία και δε μας πουλήσουν στους Τούρκους...- θα κυκλοφορήσει σειρά με παλιές κρητικές ηχογραφήσεις, όπου απο κάποιες εγγραφές του 1950 θα φανεί πόσο μεγάλος καλλιτέχνης και δη τραγουδιστής ήταν ο Τζιμάκης !!

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Πάμε στα μπουζούκια


ΠΑΜΕ ΣΤΑ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΑ
Ο ΠΑΡΗΣ ΜΗΤΣΟΥ ΣΕ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΙΣ «ΧΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΔΥΟ ΝΥΧΤΕΣ» ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΒΡΑΔΙΕΣ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΕΣ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΟΥ
A’ Μέρος : ΝΙΚΟΣ ΚΑΤΣΙΚΗΣ

Στο πρώτο μέρος το μπουζούκι "συνομιλεί" με την κλασσική κιθάρα του Α.Βρεττάκη,ακολουθεί τους ρυθμούς των LosTreSwing που μπλέκουν τη μουσική του Μ.Χιώτη με το swing του Django Reinhardt και συνοδεύει σε λαϊκά τραγούδια του Μ.Χιώτη δύο εξαιρετικές φωνές,τη Χ.Λαζάρου και τον Κ.Κοκόλη.
Ο Ν.Κατσίκης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Από 14 χρονών δουλεύει παίζοντας μπουζούκι σε νυχτερινά κέντρα και συναυλίες έχοντας την τύχη να συνεργαστεί με σπουδαίους σολίστες όπως οι Ζαφειρίου,Παπαδόπουλος,Μωραϊτης,Βύζας κ.α. και σημαντικούς συνθέτες (.Πλέσσας,Σπανός,Κραουνάκης,κ.α) και τραγουδιστές (Μπέλλου,Νταλάρας,Αλεξίου,Γαλάνη,Πρωτοψάλτη,Αρβανιτάκη,Μητσιάς.Λιδάκης κ.α) Συμμετείχε στα μουσικά σύνολα της ΕΡΤ, την «Ορχήστρα των Χρωμάτων» και τη λαϊκή ορχήστρα «Μ.Θεοδωράκης».Παράλληλα το 1999 ιδρύει μαζί με τους Γ.Αλτή, Θ.Βασιλά και Π.Κωνσταντινίδη το «Κουαρτέτο Μπουζουκιών Ραστ» και εμφανίζονται σε συναυλίες σε Ελλάδα και εξωτερικό. Από το 1999 επίσης διδάσκει μπουζούκι στο ΚΔΑΠ Δάφνης.
Συμμετέχουν:
Los tre swing
Αριστοτέλης Βρεττάκης :κλασσική κιθάρα
Χριστίνα Λαζάρου: τραγούδι
Κοσμάς Κοκόλης: τραγούδι

B’ Μέρος: ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΤΗΣ 

Ορχηστρικά και τραγούδια του Γιώργου Αλτή απο τους : Γιώργο Αλτή-Φώτη Τσούτσια( μπουζούκι), Σπύρο Πανταζή (κιθάρα), -Γιώργο Μπαμπάνη( ακκορντεόν),Αντώνη Τζίκα( κοντραμπάσο). Θα τραγουδήσουν οι : Μανώλης Τοπάλης, Γιάννα Κομνηνού,Θοδωρής Μέρμηγκας, Άννα Καραγεωργιάδου
.Ο Γιώργος Αλτής γεννήθηκε στην Αθήνα. Σε ηλικία 13 χρόνων πρωτόπιασε μπουζούκι και αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στη λαϊκή μουσική. Δουλεύει επαγγελματικά από το 1984-85 σε διάφορα νυχτερινά κέντρα, ενώ πήρε μαθήματα από το Θ. Παπαβασιλείου και τον Γ. Παλαιολόγο. Βασικό μέλος του κουαρτέτου μπουζουκιών « ΡΑΣΤ », έχει συμμετάσχει σε συναυλίες ορχηστικής μουσικής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.Μόνιμος συνεργάτης του περιοδικού «Μετρονόμος».Έγραψε τη μουσική για τη θεατρική παράσταση «Δέστε μας».Το 2006 κυκλοφόρησε το πρώτο προσωπικό CD « Ας’ την Αγάπη να σε σκοτώσει » με ερμηνεύτρια τη Χαρά Πομώνη. Το 2007 κυκλοφόρησε το βιβλίο « Οκτώ Λαϊκά Πορτραίτα»Το 2009 κυκλοφόρησε το cd <Λέει η ζωή> με ερμηνεύτριες τις: Αννα Καραγεωργιάδου, Φωτεινή Βελεσιώτη, Μαρία Κώτη,Μαριλένα Λευκιμμιάτη. Το 2010 κυκλοφόρησε ενα cd single σε στίχους του Βαγγέλη Ατραίδη με ερμηνευτή το Κώστα Δουμουλιάκα. Στα μαγαζιά που εμφανίζεται έχει την επιμέλεια του προγράμματος.

Γ' Μέρος Γ.ΑΛΤΗΣ-Ν.ΚΑΤΣΙΚΗΣ-Κ.ΚΟΚΚΟΛΗΣ
 
Αγαπημένα λαϊκά τραγούδια και ορχηστρικά με 3 μπουζούκια επί σκηνής
Γιώργος Αλτής: μπουζούκι
Νίκος Κατσίκης: μπουζούκι
Κοσμάς Κοκκόλης: μπουζούκι,τραγούδι
Σπυρος Πανταζής:κιθάρα

Ώρα έναρξης 22:30 Είσοδος € 7


Πάμε -και φέτος- στα μπουζούκια!

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Κρητικός χορός - χαλκογραφία του 1819-24


Χορός της Κρήτης, σε χαλκογραφία του Robustiano Gironi, των αρχών του 19ου αιώνα, ένα ντοκουμέντο σπάνιο !! Υπάρχει στο βιβλίο του Ηλία Βολιώτη-Καπετανάκη "Μούσα πολύτροπος" (εκδ.Μετρονόμος 2007) σελ.78.
Μία ερώτηση που δημιουργείται είναι η λεζάντα, που αναφέρει : "Il costumi dei Greci" που μάλλον σημαίνει : "Τα έθιμα των Ελλήνων και ενδεχόμενα να αφορούσε κάποια άλλη περιοχή της Ελλάδας. Παρ'όλα αυτά, απο μιά αναζήτηση στο διαδίκτυο,  ξανασυνάντησα τη χαλκογραφία με την ίδια λεζάντα (Χορός της Κρήτης), άρα κάπου αλλού στο Μουσείο Μπενάκη υπάρχει η επεξήγηση...
Στο θέμα της χρονολογίας στη συνέχεια, θα πρέπει να αφορά εποχή πρν το 1821, αφου στην Κρήτη ξεκίνησε η επανάσταση το '21 λίγο μετά την Πελοπόννησο, επομένως απο κει και πέρα οι Κρητικοί αποκλείεται να είχαν την "άνεση" να διασκεδάζουν έτσι.
Οσον αφορά το χορό, οι άντρες χορευτές φαίνεται καθαρά απο τη στάση του σώματος ότι χορεύουν συρτό, ενω και ο τρόπος που πιάνονται θυμίζει χανιώτικο συρτό. Η κίνηση να φεύγει ο πρωτοχορευτής και συχνά οι γυναίκες μπροστά, είναι πολυ συνηθισμένη.
Οι στολές των αντρών, είναι οι γνωστές που υπάρχουν έως σήμερα, οι βράκες με το πουκάμισο ενω μάλλον δε φορούν στιβάνια. Οι γυναικείες έχουν αλλάξει απο τότε και ποικίλουν σε σχέση με τον τόπο προέλευσης.

Κρήτες μουσικοί (γύρω στο 1820) - Gironi
Πάμε τώρα στα όργανα. Βλέπουμε στη μεγέθυνση τα εξής όργανα : ασκομαντούρα, ταμπουρά, φλογέρα ή μακρύ αυλό και νταούλι.
Οι θιασώτες της λύρας, του βιολιού και του λαγούτου εδω θα απογοητευτούν, ενω για τους δικούς του λόγους ο καλλιτέχνης, επέλεξε αυτα τα όργανα για να φτιάξει το έργο του. Κατα κάποιο τρόπο η όλη αποτύπωση των μουσικών θυμίζει βυζαντινές τοιχογραφίες περασμένων αιώνων και είναι λογικό ένας καλλιτέχνης το 1820 να επηρρεάζεται απο μια υπάρχουσα  τεχνοτροπία. Ενδεχομένως ο καλλιτέχνης να αυτοσχεδιάζει στο θέμα των οργάνων, αλλά απο τη στιγμή που οι στολές είναι τόσο λεπτομερείς, δε νομίζω να έκανε ακροβατισμούς στα όργανα...

Επομένως μετά απο πληροφορίες για ασκομαντούρα και νταούλι το 16ο αιώνα στη Μεσσαρά, βιολιά, τσίτερες και λαγούτα τον 17ο αιώνα (Κορνάρος, Μπουνιαλής), βιολιά και λύρες το 18ο (προφορική παράδοση) και την μέχρι τον 20ο αιώνα παράδοση του κρουστού στα ανατολικά, βλέπουμε εδω ότι προτού καθιερωθεί η ζυγιά λύρας μαντολίνου στην κεντρική Κρήτη, βιολιού και λαγούτου στη δυτική, βιολιού μπουζουκιού στην κεντροανατολική και βιολιού κιθάρας στην ανατολική, υπήρχαν και ομάδες μουσικών με τα παραπάνω όργανα !!!

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

Το «Χάραμα» του Τσιτσάνη


Κείμενο: Σώτος Αλεξίου*

Το  καλοκαίρι του 1969, ο Τσιτσάνης γυρίζει από την Αμερική  ξεθεωμένος από την κούραση  Δούλευε στο κέντρο Ελληνική Σπηλιά, της Νέας Υόρκης. Οι  τελευταίες 15 μέρες  ήταν πολύ κουραστικές, γιατί  η Στέλλα Γκρέκα  που ήταν μαζί του έφυγε, γιατί είχε άλλες υποχρεώσεις και η γυναίκα που είχε το μαγαζί για να τον ξεκουράζει, και για τα σεγκόντα,  έφυγε  και αυτή  και έμεινε μόνος. Γυρνώντας  στην Ελλάδα  κλείνεται στο σπίτι του στην Γλυφάδα και δεν απαντά στο τηλέφωνο. Το φθινόπωρο αρχίζει να δουλεύει στο πάλκο  αλλά δεν αισθάνεται άνετα και σε λίγο αποχωρεί. Είναι η εποχή που ο κόσμος σπρώχνεται από τη «χούντα» στα χλιδάτα μαγαζιά της παραλίας, Πάμελα, Νεράιδα και άλλα.

Ο Κίμων  Φαραντζής, από το 1964  είναι ο δημιουργός και ο επιχειρηματίας του νυχτερινού κέντρου, με ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια, το Χάραμα. Ανοίγει με τον Παπαϊωάννου και την Στέλλα Γκρέκα, και μέχρι το 1969 διατηρεί μια σταθερή και  συγκεκριμένη πελατεία. Λάτρεις του λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού. Η φοιτητική νεολαία σιγά - σιγά αρχίζει να το ανακαλύπτει. Ο Κίμων είχε μια παλιά ιστορία με τον Παπαϊωάννου  από τα χρόνια της κατοχής και το 1964 πείθει τον Παπαϊωάννου  να έρθει στο μαγαζί που θα ανοίξει... Ο Γιάννης  συμφωνεί και αποφασίζουν να ονομάσουν το μαγαζί Χάραμα, από το ομώνυμο τραγούδι του Γιάννη «Πριν το χάραμα  μονάχος εξεκίνησα...» Τα δυο τελευταία χρόνια το μαγαζί «έπεσε» και όταν ο Φραντζής έμαθε ότι ο Τσιτσάνης έφυγε από το πάλκο, του έκανε πρόταση να έρθει στο Χάραμα με τον Παπαϊωάννου.
Ο Τσιτσάνης ήταν όπως πάντα διστακτικός, ο Κίμων όμως τον πείθει και ξεκινάνε τη σεζόν με ταμπέλα «Τσιτσάνης-Παπαϊωάνου». Τη συνάντηση του Παπαϊωάννου με τον Τσιτσάνη  πρώτος την επιχείρησε σε μια άλλη δύσκολη εποχή, το 1956, ο Μαργωμένος στο Φαληρικό. Μαζί τους είχαν και την Άννα Χρυσάφη. Τότε το πείραμα πέτυχε και για ένα διάστημα το Φαληρικό γνώρισε της παλιές δόξες του.
Αποδείχτηκε τώρα ότι και η κίνηση αυτή του Κίμωνα ήταν σοφή.  Ο κόσμος άρχισε  να ανηφορίζει προς την Καισαριανή και κάθε μέρα που περνούσε η φήμη του μαγαζιού όλο και μεγάλωνε. Το Χάραμα είχε γίνει ο τόπος αναφοράς του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, το πρόσωπο μιας Ελλάδας που χάνονταν  και η αύρα μιας αναπνοής που λαχάνιαζε κάτω από το βαρύ φορτίο που κουβαλούσαν οι πρωταγωνιστές καθισμένοι στις ξύλινες και άβολες καρέκλες του  πάλκου. Η φοιτητική  νεολαία πάντα παρούσα και εκδηλωτική. Ο Τσιτσάνης και ο Παπαϊωάννου είναι οι απόλυτοι άρχοντες του κέντρου. Στιγμές από το ένδοξο  παρελθόν διαδραματίζονται κάθε βράδυ. Τα πιάτα στοίβα στην πίστα και πάνω τους ο Γιάννης να αυτοσχεδιάζει. Ο  Τσιτσάνης  σοβαρός και απόμακρος πάνω στο πάλκο να κεντάει με τις πενιές του. «Στο μαγαζί»,  θα μου πει ο Κίμων,  «είχαμε και δυο γυναίκες. Ο καθένας είχε τη γυναίκα δίπλα του για τα σεγκόντα».


Την ίδια εποχή η Σωτηρία Μπέλου μόνη της, τα  κουτσοκαταφέρνει σε μια μικρή απόμερη ταβέρνα στην  Κολοκυνθού, την  Ύδρα. Θαμώνες της ταβέρνας και εκεί νέοι άνθρωποι, κυρίως φοιτητές. Κάπου - κάπου όμως, παράμερα σε καμιά γωνιά, θα διακρίνεις και κάποιον ηλικιωμένο, νοσταλγό περασμένων εποχών. Η κοινή πορεία Τσιτσάνη - Παπαϊωάννου έληξε τραγικά με το θάνατο του Γιάννη το 1973. Ο θάνατος βρήκε το Γιάννη  χαράματα γυρνώντας από το Πανόραμα, που δούλευε, στο σπίτι.  Ο Τσιτσάνης έγραψε ένα σπαραχτικό ζεϊμπέκικο για το αδικοχαμένο φίλο και συνεργάτη.
Από το 1973 και μετά αρχίζει μια άλλη περίοδος για το Χάραμα, αλλά και για τον Τσιτσάνη. Το Χάραμα είναι το κύριο στέκι της νεολαίας. Δεν αργούν όμως να το ανακαλύψουν, οι δημοσιογράφοι, οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες  που μετά τη μεταπολίτευση, με το σαρωτικό ζεϊμπέκικο του Ανδρέα  και το  περίφημο απόφθεγμα του Τσαρούχη: «Ο Τσιτσάνης μας θυμίζει πως έχουμε πολιτισμό», το Χάραμα αποκτά μια άλλη λάμψη, που διαρκεί 10 χρόνια και κάτι. Το δίδυμο Τσιστάνης - Μπέλου εξάπτει τη φαντασία του κόσμου. Όμως η συμβίωση με την Μπέλου όλα αυτά τα χρόνια δεν ήταν και τόσο εύκολη. Δε νοείται διανοούμενος ή καλλιτέχνης που θα περάσει από την Αθήνα, να μην επισκεφτεί το Χάραμα. Δίπλα του κατά καιρούς κάθισαν η Αλεξάνδρα, η Χαρούλα Λαμπράκη και τελευταία η Ελένη Γεράνη με τον Ηλία Μακρή.
Η  Καισαριανή και το Χάραμα ήταν μια σημαντική περιοχή για τον Βασίλη Τσιτσάνη. Δημιούργησε και έζησε ευτυχισμένα τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Εκεί, στο Χάραμα, ηχογραφήθηκε ζωντανά και ο διπλός δίσκος το Χάραμα, για την Unesco, που κυκλοφόρησε από μια μικρή εταιρεία τη Tζίνα Venus. Σπάνιο και συλλεκτικό κομμάτι για τους λάτρεις του Τσιτσάνη,  που την  επιμέλεια του δίσκου  έκανε ένα από τα  πιο σημαντικά πρόσωπα στη λαϊκή δισκογραφία, ο Διονύσης Μηλιόπουλος, διευθυντής της Κολούμπια από το 1956. Εδώ όμως, την εποχή αυτή, ένιωσε και την πιο μεγάλη του στεναχώρια, όταν κάποιοι για προσωπικούς αποκλειστικά λόγους αμφισβήτησαν κάποιους στίχους από τραγούδια του.
Έλεγε παντού:
Να τους χαρίσω όσα τραγούδια θέλουν, έχω τόσα πολλά γράψει. Κανείς δεν μπορεί να μειώσει το έργο μου. Δεν είμαι μουσικός 10, 20, 40 τραγουδιών. Κανείς όμως δεν μπορεί να μου πάρει τραγούδι με το έτσι θέλω.
Πολλοί λένε, πως δεν γράφετε συχνά τώρα τραγούδια. Γιατί δεν γράφετε πιο συχνά;
Γιατί; Για ποιον; Δεν υπάρχει ενδιαφέρον. Ας πάρουν οι νέοι τα τραγούδια μου και να τα αναπτύξουν και ας κάνουν όχι ένα, αλλά πολλά συμφωνικά έργα. Τότε ήταν αλλιώς τα πράγματα. Εγώ έγραφα και δεν έδινα σημασία τι έλεγαν και τι κουτσομπόλευαν οι άλλοι. Εγώ έγραφα και όλοι περίμεναν τι θέμα θα βγάλει ο Τσιτσάνης για να ασχοληθούν και αυτοί μετά... Δεν υπάρχει συναγωνισμός τώρα, δεν υπάρχει κίνητρο, άλλαξε η εποχή, άλλαξαν οι άνθρωποι, άστα...
Αλλά και η επιλογή σου να  βγάλεις νέα τραγούδια σε μια μικρή εταιρεία,  τι θέλει να πει;
Τίποτα ήξερα τη Ζίνα είναι πατριώτισσά μου από τα Τρίκαλα, αγαπούσε τα τραγούδια μου με έναν συγκινητικό τρόπο και  όταν βρέθηκε η ευκαιρία κάναμε το δίσκο.
Η  Ζίνα  Κοτσίδου, η ιδιοκτήτρια της εταιρείας Tζίνα Venus,   μου έχει πει πολλές φορές ότι τα τραγούδια αυτά που έκανε με τον Τσιτσάνη ήταν μόνο μια αρχή: «Ο Βασίλης μου είπε ότι: εγώ ήρθα εδώ και θα σας δημιουργήσω ένα οπλοστάσιο για να έχετε για όλη σας τη ζωή». Δεν προλάβαμε όμως. Κάναμε μόνο το Xάραμα, τη Λιτανεία και ένα δίσκο με την Ελένη Γεράνη.  Κάναμε και ένα δίσκο με τον Ζαχαρία, ένα φίλο του Βασίλη από το Λονδίνο, που δεν κυκλοφόρησε  εδώ. Τον πήρε μαζί του στο Λονδίνο. Εγώ έχω αυτά τα μάστερ γιατί είναι δικές μου παραγωγές. Μετά ο Βασίλης μου τα γέμισε, έπαιξε ο ίδιος πάνω στην ταινία, για να τα κρατήσω και να τα κάνω ορχηστικά. Ίσως κάποια μέρα να τα βγάλω. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει».
Ο Γιάννης έφυγε, ο Βασίλης έφυγε, η Μπέλου έφυγε και αυτή. Η παλιά  είσοδος  για το σκοπευτήριο που οδηγούσε στο κέντρο  άλλαξε... Τίποτα δεν θυμίζει το Χάραμα που αγαπήσαμε και ας πλανάται γύρω ακόμα, το άρωμα του Παπαϊωάννου, της  Μπέλου, του Τσιτσάνη.  Ίσως έφτασε η  ώρα να γίνει το Χάραμα  μουσείο  Ρεμπέτικης και Λαϊκής μουσικής.

* Ο Σώτος Αλεξίου είναι Γλύπτης - Καθηγητής και ο συγγραφέας του βιβλίου ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ «Η παιδική ηλικία ενός ξεχωριστού δημιουργού», εκδόσεις Καστανιώτη.
  Copyright © 2011 Μετρονόμος

Τρίτη 23 Ιουνίου 2009

Στέλιος Κηρομύτης

Αυτός ο γλυκός άνθρωπος, με μικρή παραγωγή τραγουδιών (25 περίπου), πέρασε σα δεύτερη φιγούρα μπρος στα μεγαθήρια Μάρκο και Τσιτσάνη, με τους οποίους ασχολούνται οι πάντες (συν τον Καζαντζίδη). Με τον ένα όμως ήταν μαζί απ΄τα πρώτα του βήματα και με τον δεύτερο συνεργάστηκε στενά, δίνοντάς τη μπάσα ("λιονταρίσια", όπως έλεγε ο Τσιτσάνης) φωνή του σε πολλά τραγούδια.Έξω απ΄αυτά, τα δικά του τραγούδια ήταν, σχεδόν όλα, πολύ όμορφα. με τελείως προσωπικό στιλ, άψογο ρυθμό και, πίσω από τη μαγκιά που του καταλογίζουν (και την είχε), μιά τρυφερή ψυχή που παραπονιέται. Συνεργάστηκε και τραγούδησε πρώτα μ΄ένα γλυκό κορίτσι, την Τασία Βρυώνη (που πέρασε στ΄αζήτητα δυστυχώς και δε νομίζω πως ξανατραγούδησε με άλλον, το βαρύ κανόνι Γεωργακοπούλου και τη Μαρίκα Νίνου. Ήταν μέσα σ΄όλα και ο πιό ενδιαφέρων (ακόμα), όταν ο Ηλίας Πετρόπουλος τους έβγαλε από την αφάνεια στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 και τους παρουσίασε στο "Κύτταρο", προσφέροντάς τους τη χαρά της επανα-αναγνώρισης στα γεράματά τους. Γειά σου, Κερομύτη ασίκη, με τη Φλορέτα σου...Rebetiko - thorax and mind
(Το blog του Κώστα Λαδόπουλου)

Σχόλιο Ρεμπετ καφε

Κατ'αρχην συγκλονιστική η φωτογραφία με τους Τσιτσάνη, Τουρκάκη, Κηρομύτη, Καπλάνη, Ρούκουνα, Περιστέρη, Κασιμάτη στο "Ροσινιόλ" το 1948 αφου είναι ευτυχής συγκυρία όπου καταγράφεται η συνύπαρξη της Σμυρνέϊκης σχολής και του καθ'αυτο Ρεμπέτικου, όπου βέβαια οι "νέοι" έχουν υποσκελίσει τους "παλιούς" αλλα και οι παλιοί είναι απαραίτητοι για τους μανέδες, τα βαρειά, τα δημοτικά, το ρυθμό, το κύρος ...
Ο Τσιτσάνης είναι η τρίτη του χρονιά στα πάλκα της Αθήνας και λίγους μήνες πριν συναντήσει τη Νίνου.
Η Τασία Βρυώνη πρόσφατα βρέθηκε απο τον Ηλία Μπαρούνη (περιοδ.Μετρονόμος) ότι είναι το ίδιο πρόσωπο με τη Σούλα Πασαλάρη, που έκανε μεταπολεμικά καρριέρα στο ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι και ζει σήμερα σε ηλικία 84 χρονών !! Το 1937 που γράφτηκε η "Φθισικιά" ήταν 12 χρονων

Εαν δε ησουν φθισικιά

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009

Μετρονόμος νέο τεύχος

Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του "Μετρονόμου" με αφιέρωμα στο στιχουργό Ηλία Κατσούλη, που έφυγε απο κοντα μας τον Αυγουστο του 2008. Για τον ξεχωριστό δημιουργό και συνεργάτη του περιοδικού γράφουν οι Νότης Μαυρουδής, Στέλλα Βλαχογιάννη, Διονύσης Καρατζάς, Κώστας Καλημέρης, Σώτος Αλεξίου, Θόδωρος Βαλσαμίδης, Σπύρος Κουρκουνάκης, Δημήτρης Μπαγιέρης, Νίκος Χειλαδάκης, Θωμάς Κοροβίνης και ο Θανάσης Συλιβός.
Στο ίδιο τεύχος : πορτραίτο του δεξιοτέχνη της πολίτικης λύρας Λάμπρου Λεονταρίδη, τα Τραγούδια της Παράδεισος του Νίκου Μαμαγκάκη, ο Θωμας Κοροβίνης και η "Ομορφη νύχτα", Νικόλας Ασιμος, το Ηπειρώτικο πανηγύρι.
Ακόμα συνεντεύξεις με τον Χρήστο Κωνσταντίνου, την Αφεντούλα Ραζέλη, το Γιώργο Σταυρακάκη και το Καβαλιώτικο σχήμα "Ανοιχτά παράθυρα".
Στο ένθετο "Εξώφυλλα, μουσικές και αναμνήσεις απο τις 45 στροφές, το φωτογραφικό αφιέρωμα συνεχίζεται με σαρανταπεντάρια της ελληνικής ποπ και ροκ του '60.

Σάββατο 30 Αυγούστου 2008

Ενα νέο site για τη μουσική !!

Απο το περιοδικό Μετρονόμος μαθαίνουμε για ένα νέο ιντερνετικό μουσικό περιοδικό, το :
e-orfeas.gr
Για να δούμε τι θα δούμε ...

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2008

Κυκλοφόρησε ο "Μετρονόμος"

Το πολυ καλο περιοδικό μουσικής "Μετρονόμος" κυκλοφόρησε, γιορτάζοντας παράλληλα τα 7 του χρόνια ! Πολλα και ενδιαφέροντα θέματα και μέσα σε αυτα η στήλη του εκλιπόντος πρόσφατα Ηλία Κατσούλη, ίσως το τελευταίο άρθρο του ! Το περιοδικό συνοδεύεται απο cd με παραδοσιακά τραγούδια σε νέες εκτελέσεις. Αναλυτικά εδω :
Μετρονόμος blog

cretan music - mantinades