Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Ο τραγουδοποιός Ντίνος Χριστιανόπουλος ανθολογεί τον ποιητή Βασίλη Τσιτσάνη

 


Από τον Χρήστο Παρίδη 

 Μονήρης, εργασιομανής, βαθιά ανθρώπινος. Σταθερός στις αρχές και στις αξίες που υπερασπίζεται -με ανάλογες συνέπειες- δεκαετίες τώρα, με το θάρρος της γνώμης που λίγοι έχουν, χωρίς συμμάχους και παντοδύναμα κέντρα εξουσίας να τον στηρίζουν. Δεν δέχτηκε και δεν αποδέχτηκε ποτέ τιμές κι απολαβές, αντιστάθηκε με σθένος στις Σειρήνες χωρίς καν να βουλώσει τ' αυτιά του, αρνείται να σιωπήσει κι ας βάλλεται συχνά από εχθρούς και κόλακες κάθε είδους. 

«Εχω δεχτεί εκατοντάδες λίβελους στη ζωή μου και το πράγμα θα χειροτερέψει. Την ώρα που συμβαίνουν όλα αυτά όμως, έχω και εκατοντάδες φίλους που μ' αγαπούν!», μου είπε στο τηλέφωνο με αφορμή ένα πρόσφατο κρούσμα. Η «Ανθολογία τραγουδιών του Βασίλη Τσιτσάνη με κριτικό υπόμνημα» γράφτηκε μ' αυτή τη βαθιά ανθρωποκεντρική, εργασιομανή και μοναχική διάθεση που τον διακρίνει. Σκυμμένο κεφάλι, μια λάμπα, ένα παλιό ταπεινό γραφειάκι, κάτω από τα πορτρέτα του Καβάφη και του Τσιτσάνη που κοσμούν τον τοίχο ακριβώς στο σημείο όπου κάθεται, στο διαμέρισμά του στις Σαράντα Εκκλησιές, στη Θεσσαλονίκη. Εργάστηκε χρόνια, αφοσιώθηκε, ακούραστος, φοβήθηκε ότι δεν θα προλάβει όταν πριν από μερικά χρόνια πέρασε μια περιπέτεια με την καρδιά του, αλλά τώρα τον βρήκα απολύτως ικανοποιημένο! Ολα είναι στην τελική ευθεία. Το βιβλίο βγαίνει -ευχής έργο θα ήταν να συνοδευόταν και με μια κασετίνα με τα τραγούδια- και όσοι το περιμένουν, ελπίζουν ότι το κριτικό πνεύμα και η ερευνητική συνέπεια του Ντίνου Χριστιανόπουλου θα προσδώσουν μια άλλη διάσταση στο έργο του σπουδαίου ρεμπέτη. Με αφορμή την επικείμενη έκδοσή του δέχτηκε να παραχωρήσει αυτή τη συνέντευξη, παρόλο που, όπως μου διαμαρτυρήθηκε, «έχουν πια ξεπεράσει οι συνεντεύξεις τον αριθμό των ποιημάτων μου κι άρχισαν να εμφανίζονται και πλαστές που δεν έχω δώσει καν!». 

Πείτε μου λίγα λόγια για τον Βασίλη Τσιτσάνη. Χρόνια ολόκληρα σας βλέπω να τυραννιέστε μ' αυτήν την εργασία γύρω από το έργο του. Τι ακριβώς ετοιμάζετε; Ή μάλλον, τι ήταν αυτό που σας τράβηξε τόσο στο να καταπιαστείτε με το έργο του; Του αποδίδετε ιδιότητες ποιητή; 


 

 ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: Ο Τσιτσάνης ήταν κατ' αρχάς μεγάλος λαϊκός συνθέτης, αλλά και ένα άτομο πολλαπλά προικισμένο. Εγραφε μουσική, ήταν οργανοπαίκτης, ερμήνευε τα τραγούδια του και τέλος, έγραφε και τους στίχους. Το ότι ήταν και ποιητής το έχω διαπιστώσει από ένα απλό γεγονός. Ενα από τα τραγούδια του βασίζεται σε ποίημα της Ανθούλας Σταθοπούλου, γυναίκας του Βαφόπουλου, σοβαρή περίπτωση ποιήτριας. Το διασκεύασε λοιπόν και το έκανε ακόμα καλύτερο! Εχοντας δει και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις με πείθει ότι είχε αληθινή ποιητική φλέβα. Πάντως, το ότι διέθετε τις τέσσερις αυτές ιδιότητες -μουσική, όργανο, στίχο και φωνή-, που μόνον ο Βαμβακάρης από τους υπόλοιπους ρεμπέτες τις κατείχε εξίσου όλες, αυτό τον έκανε έναν σημαντικό λαϊκό συνθέτη. Από εκεί και πέρα εγώ έκανα κάτι επιπλέον για να αποδείξω πόσο καλός ήταν. Πέταξα τις σαβούρες και κράτησα 187 τραγούδια. Γιατί ο Τσιτσάνης είχε γράψει 700. Υπερβολικά πολλά! 

Πόσο σημαντικός μπορεί να θεωρηθεί αφού του ξεσκαρτάρετε τα περισσότερα από αυτά τα 700 τραγούδια; 

Ν.Χ.: Η αναλογία είναι ένα στα τέσσερα. Το ένα που διαλέγω όμως είναι αριστούργημα και αυτομάτως η ποιότητα ανεβαίνει, και μάλιστα πάρα πολύ. 

Οπότε θα χαρακτηρίζαμε τον Τσιτσάνη όχι απλώς σπουδαίο συνθέτη, αλλά έναν μεγάλο λαϊκό καλλιτέχνη; 

Ν.Χ.: Ακριβώς. Εναν λαϊκό καλλιτέχνη που διαρκώς ανεβαίνει. Εχει περάσει μιαν εικοσιπενταετία από τον θάνατό του. Κανονικά θα έπρεπε να είχε σβήσει εντελώς. Αντιθέτως, αγαπιέται και ζητιέται όλο και περισσότερο. Ενα φαινόμενο ανάλογο του Καβάφη. Ενώ έχουν περάσει τόσα πολλά χρόνια από τον θάνατο και των δύο, η αξία τους όχι απλώς δεν έσβησε, αλλά καλπάζει... 

Είχατε πρόσβαση δισκογραφικά και στα 700 τραγούδια; 

Ν.Χ.: Βεβαίως! Χάρη στον συνεργάτη μου Νίκο Στρουθόπουλο, παθιασμένο συλλέκτη, με τεράστιο αρχείο κασετών όλων των τραγουδιών του Τσιτσάνη· τα άκουσα και τα επτακόσια. Ξέρεις τι αγωνία είναι αυτή; Βάσταξε χρόνια. 

Μαζί με τον Νίκο Στρουθόπουλο έχετε ιδρύσει και την «Παρέα του Τσιτσάνη», με την οποία παίζετε τα τραγούδια του σε εκδηλώσεις. Παράξενη πρωτοβουλία για έναν ποιητή. 

Ν.Χ.: Την «Παρέα του Τσιτσάνη» την ιδρύσαμε το 1998. Ενα μικρό συγκρότημα που αποτελείται από τέσσερα μέλη. Τον Στρουθόπουλο, που παίζει καταπληκτικό μπουζούκι, τον κιθαρίστα Νίκο Ζιγούρα, την τραγουδίστρια Δώρα Στρουθοπούλου κι εμένα που κάνω τα σεκόντα. 

Εχετε τραγουδιστικές ικανότητες; 

Ν.Χ.: Το τραγούδι το λάτρευα από μικρός κι έχω συμμετάσχει σε πέντε χορωδίες στη ζωή μου, παιδικές, φοιτητικές και άλλες. Τα ρεμπέτικα τα είχα μεράκι και τα είχα τραγουδήσει δημόσια και πριν από το 1993, έτος γνωριμίας μου με τον Στρουθόπουλο. Τα τελευταία χρόνια συμμετέχω κι εγώ σ' αυτή την παρέα, κάνοντας ντουέτο με την κόρη του. Με τόση επιτυχία δε, που ανεβάζει κατά πολύ την ποιότητα του συγκροτήματος. 

Εχετε ξαναγράψει μικρότερης εμβέλειας κείμενα για τον Τσιτσάνη. Τι έρχεται να προσθέσει η νέα σας εργασία; Μια πιο εμπεριστατωμένη έρευνα; 

 Ν.Χ.: Για το ρεμπέτικο και για τον Τσιτσάνη έχω γράψει καμιά δεκαριά βιβλιαράκια. Τα τέσσερα αποκλειστικά για τον Τσιτσάνη. Το καινούριο αυτό βιβλίο περιέχει τα παλιά, αλλά βελτιωμένα. Είναι ποιοτικά πιο ολοκληρωμένο και αξιολογότερο. Είναι μια έρευνα βαριά και δύσκολη, για την οποία έφαγα δεκαπέντε χρόνια. Το θεωρώ επιπέδου πανεπιστημιακής διατριβής. Το μισό είναι ανθολογία τραγουδιών και το άλλο μισό έρευνα για κάθε ένα από αυτά τα τραγούδια ξεχωριστά. Τα αναλύω αφιερώνοντας στο καθένα τους από μία έως τέσσερις σελίδες, ανάλογα με τη σημασία του. 

Θα λέγατε ότι καλλιτεχνική πατρίδα του ήταν η Θεσσαλονίκη; 

Ν.Χ.: Ο Τσιτσάνης είχε τρεις πατρίδες. Τα Τρίκαλα, που ήταν η πόλη όπου γεννήθηκε, την Αθήνα όπου πήγε να σπουδάσει και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, και τη Θεσσαλονίκη, όπου τοποθετήθηκε όταν επιστρατεύτηκε. Στη Θεσσαλονίκη, επίσης, παντρεύτηκε και έκανε και το πρώτο του παιδί. Μια σχέση με την πόλη που κράτησε από το 1938 έως το 1946, με κάποια διαλείμματα. Το περίφημο «Ουζερί Τσιτσάνης» το κράτησε ο ίδιος μόνο έναν χρόνο και μετά λειτούργησε κάτω από άλλη διεύθυνση, άλλα τέσσερα χρόνια. Η αλήθεια είναι ότι στη Θεσσαλονίκη πρόλαβε και έγραψε τα καλύτερά του τραγούδια. 

 Σε τόσο σύντομο διάστημα; 

Ν.Χ.: Κοίταξε να δεις τι συνέβη. Υπήρξε αυτό που λέμε «παιδί-θαύμα». Αυτό σημαίνει ότι όσο ήταν μικρός έγραψε μερικά καταπληκτικά τραγούδια, ενώ όσο μεγάλωνε, τα καλά λιγόστευαν. Ετσι, πολλά από τα πρώτα του τραγούδια που είχε γράψει στα Τρίκαλα, τα επεξεργάστηκε στη Θεσσαλονίκη, ενόψει της εγγραφής τους σε δίσκο. Συν αυτά που όντως έγραψε εδώ. Και ο ίδιος παραδέχεται ότι η καλύτερη περίοδος της ζωής του ήταν η Θεσσαλονίκη. Οταν πια βρέθηκε στην Αθήνα, είχε αρχίσει και το περίφημο κραχ του ρεμπέτικου. Παρόλο που έκανε τρομερές επιτυχίες κι εκεί, γύρω στο 1953 το ρεμπέτικο αρχίζει να καταρρέει. 

Πάντως, μοιάζει να του δίνετε σημασία εφάμιλλη ενός «εθνικού» ποιητή, όπως άλλοι δίνουν στον Σεφέρη και στον Ελύτη... 

Ν.Χ.: Η σημασία του Τσιτσάνη στο ρεμπέτικο είναι μεγαλύτερη από τη σημασία που έχει ο Σεφέρης στον χώρο της ποίησης. Γι' αυτό και τον συνδέω με τον Καβάφη. Γι' αυτό και θυσίασα τόσα χρόνια κι έχυσα τα μάτια μου. Μια πραγματική θυσία εις βάρος του δικού μου δημιουργικού έργου στον χώρο του τραγουδιού. Εχω γράψει κι εγώ τραγούδια, όχι βέβαια τόσο σπουδαία όσο τα ποιήματά μου, αλλά αντί να προωθώ αυτά αφιερώθηκα στον Τσιτσάνη. Χώρια που έπαψα να γράφω ποιήματα όλο αυτό το διάστημα. 

Γράφετε ακόμα ποίηση; 

Ν.Χ.: Πάντα έγραφα λίγα, αλλά σταθερά. Δηλαδή τρία τέσσερα τον χρόνο. Αυτή τη δεκαπενταετία είχα σταματήσει τελείως και δεν έγραψα παρά μόνο πέντε ή έξι. Τώρα μόνο που ολοκληρώθηκε η εργασία αυτή, ξανάρχισα. 

 Τα τραγούδια σας είναι, βέβαια, λιγότερο γνωστά στο πλατύ κοινό. 

Ν.Χ.: Γράφω τραγούδια από το 1945, από ηλικία δεκατεσσάρων χρόνων, όταν μελοποίησα ένα δικό μου ποίημα, το «Παράπονο ξενιτεμένου». Ακόμα και τώρα το θεωρώ ένα προανάκουσμα των ενδιαφερόντων μου για το λαϊκό τραγούδι. Αμέσως μετά, στα δεκαπέντε μου, μελοποίησα τέσσερα ποιήματα του Νίκου Καββαδία από το «Πούσι», καμωμένα αυθόρμητα στο ύφος των ελαφρολαϊκών, τα οποία αφού τα χάρηκα κατάλαβα ότι ήταν μέτρια και στο τέλος τα πέταξα. Από τότε, δεν έπαψε να με απασχολεί το θέμα κι έτσι το 1968 έγραψα μονοκοπανιά και απνευστί άλλα 33 τραγούδια. Αυτά είναι σοβαρά και τουλάχιστο τα μισά, πολύ καλά. Μ' αυτά έβγαλα δύο δίσκους, ενώ παράλληλα απέκτησα μερικούς αφοσιωμένους ερμηνευτές που τα έχουν τραγουδήσει σε δικές τους ηχογραφήσεις, σύνολο πέντε δίσκοι. 

Εχει αναπτυχθεί μια ολόκληρη μυθολογία γύρω από τη στιχουργό Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου που συνεργάστηκε και με τον Τσιτσάνη. Εσάς σας αρέσουν τα τραγούδια της; 

Ν.Χ.: Κατά τη γνώμη μου δεν πρόκειται για σοβαρή περίπτωση. Εχω διαβάσει και ποιήματα της και στιχουργήματά της και συμφωνώ απολύτως με τον Τσιτσάνη που τη χαρακτήριζε ελεεινή και απαράδεχτη. Το κλασικό παράδειγμα είναι τα «Καβουράκια», από τα οποία οι 60 στίχοι είναι του Τσιτσάνη και μόνον οι 2 της Παπαγιαννοπούλου. Δεν είναι σωστό που ο Λευτέρης Παπαδόπουλος αποδίδει το 100% των στίχων στην Ευτυχία! 

Βλέπω να χαίρετε μιας μεγάλης αποδοχής τα τελευταία χρόνια τόσο από τον απλό κόσμο όσο και από τους κρατούντες... 

Ν.Χ.: Οπως ξέρεις, πέρασα νιάτα κατατρεγμένα. Υπέφερα πολύ και μερικοί με έλεγαν ομοφυλόφιλο. Αλλά είχα πείσμα. Πώς κατάφερα και ξεπέρασα όλο αυτό το βραχυκύκλωμα δεν ξέρω. Πάντως το ξεπέρασα. Τώρα, τα πράγματα άλλαξαν, ο κόσμος με αγαπάει. Και μου το δείχνει συνεχώς και παντοιοτρόπως. Εχουν φτάσει να μου φιλάνε στον δρόμο τα χέρια σαν να 'μαι μητροπολίτης, πράγματα δηλαδή που με κάνουν να ντρέπομαι. Οι πιο πολλοί βέβαια με ξέρουν από την τηλεόραση. Ακούνε να λέω λογάκια, αλλά τα λογάκια δεν είναι ποίηση. 

Νομίζω ότι εκφράζετε την ενστικτώδη αποστροφή τους απέναντι σε κάθε τι κίβδηλο, όπως επίσης το γεγονός ότι είστε από τους ελάχιστους «πατριώτες» που έχουν μείνει χωρίς να χρωματίζεστε κομματικά... 

Ν.Χ.: Δεν μ' αρέσει να καυχιέμαι ότι είμαι Ελληνας σαν τον Ελύτη, αλλά όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, παίρνω την πατριωτική πλευρά. Με την παγκοσμιοποίηση που όλα είναι ρευστά και πάνε από το κακό στο χειρότερο, η αφυδάτωση των ελληνικών θέσεων έχει παραγίνει. Θέλω να κρατήσω κάποια ιχνοστοιχεία ελληνισμού και δεν μετανιώνω. Σας απασχολεί η ονομασία της χώρας που εκτείνεται βορείως των συνόρων μας; Ν.Χ.: Είμαι από τους πρώτους που παραδέχτηκα ότι άλλο πράγμα είναι οι Βούλγαροι και άλλο οι Σλαβομακεδόνες. Δηλαδή ότι υπάρχει σλαβομακεδονική μειονότητα. Από κει και πέρα η περίπτωση των Σκοπίων είναι εμετική. Προσπαθούν να κάνουν το άσπρο, μαύρο και να μας πείσουν ότι ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν Σλάβος. Ενώ εμφανίστηκαν το 550 μ.Χ., έχουν το θράσος να μιλάνε για το 400 π.Χ.! Αλλά πώς να αντιδράσεις; Το θέμα είναι τετελεσμένο! Δεν τους υποστηρίζουν οι Αμερικάνοι; Ε, θα γίνει αυτό που θέλουν οι Αμερικλάνοι. 

Η Θεσσαλονίκη θεωρείται ιδιαίτερα συντηρητική πόλη. Τι λέτε; 

Ν.Χ.: Η Θεσσαλονίκη είναι ένα αίνιγμα που δεν μπορώ να το λύσω. Οταν λέω ότι είναι μια ελεεινή πόλη, δεν μπορώ να ξεχάσω ότι έχει και τις θετικές της πλευρές. Οταν πάλι θυμάμαι τις θετικές, δεν μπορώ να ξεχάσω πόσο απαίσια μου συμπεριφέρθηκε. Ενώ καταλαβαίνω καλύτερα αυτό που λέγεται Ελληνισμός και που είναι διάχυτο και γενικό, τη Θεσσαλονίκη δεν την καταλαβαίνω. Ισως να εξηγείται διότι ήρθαν πρόσφυγες από πολλά μέρη και ανακατώθηκαν και δεν έχει την ομοιογένεια που έχει η νότια Ελλάδα. Μια πόλη που προωθεί τους γλείφτες και τα τσανάκια, κάνοντας κακό στον ίδιο της τον εαυτό. Από την άλλη, είτε μ' αρέσει είτε δεν μ' αρέσει, είναι μια πόλη που αγαπώ και το έχω αποδείξει πολλές φορές. 

Τηλεόραση δεν έχετε, τι φτάνει μέχρι εδώ μέσα από τα τρομερά που συμβαίνουν σήμερα εκεί έξω; 

Ν.Χ.: Το ότι δεν έχω τηλεόραση δεν σημαίνει ότι δεν μαθαίνω τι συμβαίνει. Δεν είμαι απληροφόρητος, ενημερώνομαι. Δεν τρέφω ελπίδες για ένα καλύτερο μέλλον, άλλωστε μην ξεχνάς ότι είμαι 78 ετών. Σε δύο τρία χρόνια θα πεθάνω και τέλειωσε η ιστορία! Θα πεθάνω και θα γλιτώσω απ' όλα τα προβλήματα που ταλανίζουν τον κόσμο. Ας βρουν άλλοι τη λύση. 

Ζήσατε σκληρά χρόνια, περάσατε Κατοχή, Εμφύλιο, μεγάλες φτώχειες... 

Ν.Χ.: Οχι μόνο τα έζησα, αλλά κινδύνεψα και δύο φορές να πεθάνω από πείνα. Τα πρόλαβα, τα έζησα, τα χώνεψα ή και ταλανίστηκα. Ο,τι ήταν να ζήσω το έζησα και ό,τι ήταν να γράψω το έγραψα, τι άλλο; Είμαι παρά ταύτα αρκετά ευτυχισμένος. 

Λέτε σε ένα σας ποίημα «μια καταστροφή θα μας σώσει»... 

 Ν.Χ.: Ναι, γιατί καταλαβαίνω ότι αν δεν καταστραφούμε δεν θα σωθούμε. Λίγο-πολύ με την Ιστορία έτσι γίνεται. Αν το Βυζάντιο είχε καταστραφεί νωρίτερα, θα είχε δυτικοποιηθεί έγκαιρα κι ίσως έτσι θα είχαμε σωθεί ως Ελληνες. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μια δυτικοποίηση είναι θετικό στοιχείο. Γενικά πληρώνουμε τα σπασμένα τού ότι ο Ελληνισμός συνέβη να βρίσκεται στα Βαλκάνια. Επομένως μια καταστροφή θα είχε φέρει και κάτι καλό. 

Ποια είναι η γνώμη σας σήμερα για τον Ελληνισμό; 

 Ν.Χ.: Ο Ελληνισμός είναι επίσης ένα μυστήριο πράγμα που όσο πιο πολύ το σκέφτομαι τόσο δεν βρίσκω λύση. Εχει πολλά αρνητικά και δεν ξέρω πού θα οδηγηθούμε. Το καλύτερο που έχουμε αποδείξει ως λαός είναι η ενστικτώδης έφεσή μας για τα γράμματα και τον πολιτισμό. Είναι το σημαντικότερο στοιχείο. 

Βλέπετε κάτι τέτοιο στους σύγχρονους Ελληνες; 

Ν.Χ.: Αν ήξερες πόσο καλά οργανωμένες ήταν οι ελληνικές κοινωνίες επί Τουρκοκρατίας, θα καταλάβαινες πόσο προχωρημένες πολιτιστικά ήταν. Αλλά θα σου πω και τι κακό βρίσκω στον Ελληνισμό, ποιο είναι το μεγάλο του κουσούρι. Εχουμε μια γάγγραινα από τα αρχαία χρόνια, τη διχόνοια. Η Σπάρτη είχε ορκιστεί να εξοντώσει την Αθήνα. Την εξόντωσε με τον Πελοποννησιακό πόλεμο, και τι κατάφερε; Από τότε που καταστράφηκε η Αθήνα, όλα πήγαν προς το χειρότερο. Χωρίς να κερδίσει και η Σπάρτη τίποτα. Αυτό είναι η μοίρα του Ελληνισμού, να τρώγεται εσαεί. Η διχόνοια του Βενιζέλου και του Κωνσταντίνου δεν ήταν κάτι το εφιαλτικό; Ε, λοιπόν, η διχόνοια είναι η καλύτερη απόδειξη ότι είμαστε συνέχεια των αρχαίων Ελλήνων. Ότι υπάρχει με τον ίδιο μηχανισμό και λειτουργεί απαράλλακτα τόσους αιώνες, είναι μεγάλη απόδειξη. 

Τώρα που πέρασαν τα χρόνια και έχετε ωριμάσει και μαλακώσει, έχετε αλλάξει γνώμη για κάποιους από όσους είχατε επικρίνει παλαιότερα, είτε δημόσια είτε ιδιωτικά; 

Ν.Χ.: Το έχω πει κι άλλες φορές ότι έχω μετανιώσει για πολλές περιπτώσεις ως προς τη στάση μου απέναντι σε πνευματικούς ανθρώπους. Λόγου χάριν με τον Ρίτσο, με τον οποίο ήμουν φανατικά εχθρός και αντίπαλος, καταλαβαίνω ότι δεν είχα εκτιμήσει όσο έπρεπε ένα θετικό του στοιχείο: την απλή του γραφή. Δίπλα στον ερμητισμό του Σεφέρη που καταντάει αφόρητος, ο Ρίτσος είναι νεράκι κρυστάλλινο. Βέβαια, εξακολουθώ να μην τον εκτιμώ ως ποιητή, διότι έγραψε είκοσι χιλιάδες ποιήματα. Φοβερό! Ο ποιητής δεν πρέπει να αφήνεται σε τέτοιο αυτοσχεδιασμό. 

Για τον Σεφέρη τι έχετε να πείτε σήμερα; 

Ν.Χ.: Τον Σεφέρη τον συμπαθούσα και τον επέκρινα λιγότερο. Εχει κάνει πράγματα που με επηρέασαν λίγο. Αλλά επειδή έμπλεξε πολύ με την πολιτική, πότε με τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό ως γραμματέας, πότε με τη διπλωματία, με ενοχλεί ο βίος του. Ως ποιητής ήταν καλός, αλλά δύσκολος και ερμητικός. 

Για την Κική Δημουλά, που απολαμβάνει στις μέρες μας μεγάλες τιμές, τι πιστεύετε; 

Ν.Χ.: Την έχω παρακολουθήσει από πολύ νωρίς γιατί είμαστε συνομήλικοι κι έχω διαβάσει τουλάχιστον το μισό της έργο. Από τότε που απαρνήθηκε εντελώς τον Καβάφη γύρισε και έκανε μια άλλου είδους ποίηση. Την ποίηση του έξυπνου και του παράλογου, η οποία εν μέρει την ωφέλησε. Τώρα, τι θα επιβιώσει απ' όλα αυτά, δεν ξέρω. Η Δημουλά μου φαίνεται ένα λαμπρό πυροτέχνημα, το οποίο όμως δεν θα 'χει συνέχεια. 

Θα επιβιώσει η ελληνική γλώσσα; 

Ν.Χ.: Η ελληνική γλώσσα, μωρό μου, ακολουθεί την ιστορική της τύχη. Κάποτε, στα ελληνιστικά χρόνια, ήταν παγκόσμια. Λίγο αργότερα, ως γλώσσα του Βυζαντίου, υποβιβάστηκε μεν, αλλά εξακολούθησε να είναι απλωμένη σ' όλη τη Μικρά Ασία. Τώρα με την αγγλική, οι πιθανότητες της είναι πάρα πολύ μικρές. Στο δε μέλλον, ακόμα μικρότερες. Η γλώσσα σιγά σιγά θα λιγοστεύει από πλευράς αναγνωστών και ίσως στο τέλος χαθεί. 

Μα, αν χαθεί η γλώσσα, δεν θα αφανιστούμε και ως λαός; 

 Ν.Χ.: Κι αυτό είναι πιθανό. Αρκεί να το θελήσουν οι Αμερικάνοι και να το πραγματοποιήσουν οι Τούρκοι. Μήπως δεν το είδαμε στις μέρες μας με την Κύπρο; Χάρη στη μεγαλοψυχία του Κίσινγκερ, μας άρπαξαν, αντί για όλο το νησί, μόνο το 50%. Παρόμοια σενάρια μας περιμένουν κι εμάς! 


Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

enet

Δεν υπάρχουν σχόλια:

cretan music - mantinades