Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Ρεπορτάζ γιά τη φωνοληψία από τα 1934!!!

Πώς «γράφονται» τα τραγούδια στις πλάκες των γραμμοφώνων –Ενδιαφέρουσα επίσκεψις σε στούντιο φωνοληψίας.

Οι ημέρες αυτές των εορτών είνε φυσικόν να προτιμώνται για το λανσάρισμα των νέων τραγουδιών, που τις απόκρηες θα συντροφεύουν τον κόσμον εις τα διάφορα γλέντια και τους χορούς. Για τα νέα αυτά τραγούδια, ποιηταί, μουσικοσυνθέται, τραγουδισταί και μουσικοί, ένας ολόκληρος κόσμος, μαζί με ειδικούς τεχνίτας, εργάζονται εδώ και ένα μήνα, εργάζονται για το «γράψιμο» −ας μεταχειρισθούμε την έκφρασιν των ειδικών− των τραγουδιών σε πλάκες γραμμοφώνων, που δεν γίνεται πια στο εξωτερικό, αλλά εδώ εις την Ελλάδα, δυο φορές τον χρόνο. Μια παραμονές Χριστουγέννων κι’ άλλη μια στην αρχή του καλοκαιριού.
Πολύ ολίγοι ξεύρουν πώς γίνεται η εργασία αυτή, που δίδει στον κοσμάκη την πιο φθηνή, ανέξοδη σχεδόν, διασκέδαση. Πώς γίνονται τα τραγούδια από τους στιχουργούς, πώς γίνεται η μουσική τους από τους μουσικοσυνθέτας, πώς παίζονται απ’ τις ορχήστρες και τραγουδιώνται από εκλεκτούς τραγουδιστάς και τραγουδήστριες, μπροστά στο μικρόφωνο του μηχανήματος «εγγραφής» της γραμμοφωνικής πλάκας. Ότι ακόμη και για να τεθούν σε κυκλοφορία εκατό περίπου τραγούδια, κάθε περίοδο, γίνεται πολύ αυστηρά επιλογή, μεταξύ εκατοντάδων τραγουδιών κάθε είδους και ποιότητος. Και ότι πάλι ολίγα από τα τραγούδια αυτά κατακτούν όλον τον κόσμον, έχουν επιτυχίαν θριαμβευτικήν. Και τέλος, ότι από την εργασίαν αυτήν, την βιομηχανίαν του ελληνικού τραγουδιού, να πούμε, ζη αξιοπρεπέστατα ένας ολόκληρος κόσμος. Κι’ άλλα αμέτρητα περίεργα πράγματα, που θα τα μάθετε, ακολουθώντας μας στο «στούντιο», την πηγή να πούμε των τραγουδιών.




 

Είνε μια αίθουσα τετράγωνη, στο τέταρτο πάτωμα του μεγάρου Τουρίστ, στη διασταύρωση των οδών Βουλής και Ερμού. Κύριον χαρακτηριστικόν της: Τσαπατσουλιά! Τίποτε τοποθετημένο με τάξι, εκτός από ένα μικρόφωνο, σαν αυτά που μεταχειρίζονται οι ρήτορες για να μιλούν σε πλήθη. Έπιπλα; Τίποτε άλλο, από ένα γραφείο, λίγες καρέκλες για να κάθωνται οι μουσικοί και πολλές…κασσόνες, για να σκαρφαλώνουν σ’ αυτές! Μάλιστα! Να σκαρφαλώνουν με το όργανό τους, αυτοί που πρέπει να ακούωνται περισσότερο στην πλάκα. Και…ούτε η αναπνοή τους να μη ακούεται την ώραν της εκτελέσεως τραγουδιού. Ένας τους αναστεναγμός, να πούμε, σημαίνει καταστροφή του δοκιμίου, ζημία ενός χιλιοδράχμου.
Στο στούντιο αυτό γίνονται οι φωνοληψίες όλων των εταιριών «πλακών γραμμοφώνου. Της «Οντεόν», της «Παρλοφόν», της «Κολλούμπια» και της «Χις Μάστερς Βόις». Εμείς τύχαμε στην ενδιαφέρουσαν εργασίαν της φωνοληψίας δύο εταιριών. Και γνωρίσαμε με ένα κόπον όλους τους δεινούς στιχουργούς και μουσικοσυνθέτας που σιγά-σιγά δημιουργούν ελληνικό στυλ ελαφράς μουσικής τραγουδιού, τους μαέστρους ορχηστρών και μουσικούς, τραγουδιστάς και τραγουδηστρίας, που ξεύρουμε μόνον από το γραμμόφωνον. Εκεί, στο ίδιο στούντιο, γνωρίσαμε το άνθος του λαϊκού τραγουδιού, του ρεμπέτικου να πούμε, του μανέ, τύπους λαϊκούς, που οι ίδιοι είνε …ποιηταί, μουσικοσυνθέται, τραγουδισταί και οργανοπαίκται! Τύπους, για τους οποίους αξίζουν –μα την αλήθεια− τραγούδια, ύμνοι ακόμη! Τον βασιληά των τύπων αυτών, τον γνωστό Μάρκο –έτσι είνε γνωστός− με την ανδρίκια ωμορφιά και το μπουζούκι του, που παίζει πάντα με μεράκι, χωρίς φυσικά να ξεύρη γρι από μουσική! Ο ίδιος βρίσκει τα λόγια των τραγουδιών του, λόγια που συγκινούν τον κόσμο των «ζόρικων» και των «ντερβισάδων», ο ίδιος την μουσική, ο ίδιος επίσης είνε ο εκτελεστής με το μπουζούκι του και την σβυσμένη παθητική φωνή του. 


 Μετά τον Μάρκο, περνούν ένας-ένας οι τραγουδισταί των ρεμπέτικων και των μανέδων και φεύγει έτσι όλο το πρωινό. Τραγουδάνε τον σκοπό των χασικλήδων, τις χάρες του κρασιού και της άπιστης της «γκόμενας». Απ’ το μικρόφωνο η φωνή τους περνά στο θάλαμο του Άγγλου μηχανικού και γράφεται επάνω σε μια κέρινη πλάκα, πολύ πιο εντονώτερη από όπου συλλαμβάνεται, όπως περίπου θα ακούωνται στο γραμμόφωνο. Από την κυρίαν αυτήν πλάκα γίνεται η αποτύπωσις της εγγραφής σ’ έναν τσίγκο και από τον τσίγκον αυτόν στην πλάκα του γραμμοφώνου.
−Αμααάν!...Ψιθυρίζεται στο μικρόφωνο, ο Παναγιώτης Παναγής ο άσσος των αμανετζήδων, με τη βραχνή φωνή του, ένα κ’ ένα στον μανέ και το αμάν βουΐζει στο θάλαμο του μηχανικού.
Κι’ έπειτα παίρνει θέσι ο ξακουστός στην Κούλουρη και σ’ όλη την Ελλάδα για τα ρεμπέτικα τραγούδια του, Παπασιδέρης. Θαρρείς, όπως η ατμόσφαιρα είνε πνιγμένη από τον καπνό των τσιγάρων, ενώ ακούς τον πονεμένο τόνο της φωνής του, το μπουζούκι και την κιθάρα, πως βρίσκεσαι σε άντρον «ντερβισάδων». 


Με μπαμπεσιά με πιάσανε
κι’ άδικα με δικάσανε
γιατί έκανα παρέα
λαθρεμπόρους στον Περαία
Και συνεχίζει πιο λυπητερά:
Ο σαγγελέας μ’ έκαψε
και στα τεφτέρια μ’ έγραψε
και βγήκεν ο λογαριασμός
φυλάκιση και χτοπισμός!
Για να καταλήξη αργότερα:
Μου κλείσανε τον καφενέ
και πλέρωσα τον ρεφενέ
πάλι ρε θα τον ανοίξω
και μαυράκι θα ρουφήξω!

Οι στίχοι είναι του ηθοποιού κ. Καμβύση.
 

Τον Παπασιδέρη διαδέχεται η άσσος των λαϊκών τραγουδιών κ. Μαρίκα Φραντζεσκοπούλου, η γνωστή στον κόσμο ως Πολίτισσα. Δεν είνε σε φόρμα η φωνή της και αφήνει τη σειρά της σ’ άλλους.
Τώρα ανάμεσα στα όργανα εμφανίζεται κι’ ένας μ’ ένα κομπολόϊ σκαλωμένο σκαλωμένο στο σακκάκι του. Κι’ επάνω σ’ αυτό σέρνει με χρόνο ένα ποτήρι!
−Είνε για ν’ ανάβουν τα μεράκια. 


Το απόγευμα γίνεται φωνοληψία με μοντέρνα ορχήστρα και μοντέρνα μουσική και τραγούδια. Πιο δύσκολη. Πιο κουραστική. Κάθε τραγούδι θα προβαρισθή και τέσσερις και πέντε φορές και θα γίνουν ακόμη δυο εγγραφές του σε πλάκες.
Τα πάντα στις φωνοληψίες αυτές γίνονται…με το χρονόμετρο στο χέρι. Τρία λεπτά και 15΄΄ έχει καιρό ο μαέστρος. Σ’ αυτήν ο τραγουδιστής ή η τραγουδήστρια πρέπει να τραγουδά με φωνή… «σκούρα», βαθειά, όπως λένε οι ειδικοί.
Όταν όλα είνε έτοιμα, ειδοποιούν διά του μικροφώνου τον μηχανικόν.
Σε λίγο ακούεται ένα κουδούνισμα. Ειδοποίησις να είνε όλοι έτοιμοι. Μετά δυο-τρία δευτερόλεπτα δύο αλλεπάλληλα. Απ’ τη στιγμή αυτή ανάσα δεν ακούεται. Όλοι με κρατημένην την αναπνοήν τους, περιμένουν ένα φωτάκι, στη βάσι του μικροφώνου ν’ ανάψη. Είνε παραγγελία ενάρξεως.
Όταν τελειώνη η κ. Κορίννα –η εκτελέστρια του τραγουδιού− της δίδουν κι’ ένα ελαφρό ρεμπέτικο, μόρτικο να πούμε, το «μάγγισσα-ματσαράγγισσα». Το διαβάζει, μα διαφωνεί ελαφρώς.
−Αν δω στον ύπνο μου όσα θα τραγουδήσω, θα τρελλαθώ. Ντερβισάδες, χασικλίδικα… Έπειτα, προσθέτει, δεν μπορώ να πω την λέξι «μπαγάσα». Δεν μπορώ, μου φαίνεται πως θα γελάσω.
Κι’ ο στιχουργός αγωνίζεται να την πείση πως είνε λέξις…φιλολογική!
Εν τω μεταξύ παίρνουν θέσι μπροστά στο μικρόφωνο η κ. Ανδρονίκου και ο Βασιλάκης ο Μεσολογγίτης, οι οποίοι όχι μόνον δεν γελούν, αλλά σοβαρώτατα αντιθέτως αρχίζουν και τελειώνουν ένα γλυκύτατο ελαφρά ρεμπέτικο τραγουδάκι, το «Τι κορόϊδο είνε η γυναίκα» και την «Μπριγκίττα»!
Κι’ αυτοί δεν φωνάζουν μπροστά στο μικρόφωνο. 


 Γι’ αυτό τραγουδούν μπροστά σ’ αυτό. ¨οσοι έχουν δυνατές φωνές, όπως ο Επιτροπάκης και ο Δελέντας, υποχρεώνονται να τραγουδούν από μακρυά με τα νώτα τους δε καμμιά φορά γυρισμένα προς το μικρόφωνο.
Κάθε πρωί και κάθε απόγευμα γίνεται φωνοληψία και δέκα τραγουδιών, δεκαπέντε, είκοσι. Έτσι, δεν έμεινε καλός στιχουργός, καλός μουσικοσυνθέτης και καλός εκτελεστής, που να μη κερδίση λεπτά από τις φωνοληψίες, των εταιριών , οι οποίες για το νέον έτος θα βάλουν σε μπελά τους κατόχους γραμμοφώνων, ποιες πλάκες να διαλέξουν.
Περιττόν να πούμε, ότι με τα περισσότερα τραγούδια, τραγουδιώνται το κρασί και η σκληρή καρδιά της γυναίκας.
Και τώρα μία πληροφορία. Οι τραγουδισταί και οι μουσικοί, οι εκτελεσταί να πούμε πληρώνονται κατ’ αποκοπήν. Οι στιχουργοί, οι μουσικοσυνθέται από 2.75 δραχ. σε κάθε πλάκα.
Κερδίζουν όμως και από τα μουσικά τεμάχια, από τις εκτελέσεις σε ραδιοφωνικούς σταθμούς καθώς και από τις ορχήστρες διαφόρων κέντρων. Κάθε κέντρον πληρώνει με τον μήνα, σε ειδικόν γραφείον, δικαίωμα εκτελέσεως ελληνικών τραγουδιών. Μ’ άλλα λόγια κερδίζουν με το παραπάνω. Έτσι δε μπορεί να εξηγηθή πώς έχουν τόσα κέφια να γεμίζουν τον κόσμο με τα τραγούδια τους.



Μ. ΚΑΠΙΤΣΟΓΛΟΥ
Ακρόπολις, 25 Δεκεμβρίου 1934



 αναδημοσίευεση από sealabs

Δεν υπάρχουν σχόλια:

cretan music - mantinades