Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Η Μαίρη Λίντα μιλησε εφ'όλης της ύλης το 1997!




Μια συνέντευξη πριν απο δεκατέσσερα χρόνια με διαχρονικό ενδιαφέρον. Η μεγάλη τραγουδίστρια μιλά για τη ζωή, τον έρωτα ακόμα και την πολιτική μέσα απο μια συνομιλία μας βασισμένη σε στίχους των τραγουδιών που ερμήνευσε και αγαπήσαμε.

Λένε πως τα λόγια των λαϊκών τραγουδιών εχουν βγεί μεσα απο τη ζωή. Κι αν η ζωή μιας λαϊκής τραγουδίστριας υπήρξε η ίδια πολυτάραχη τότε τα τραγούδια της δεν τα τραγουδάει απλώς. Τα μιλάει! Τα μιλάει και τα λόγια μας αγγίζουν. Όταν συνάντησα για πρώτη φορά τη Μαίρη Λίντα για να ζητήσω αυτήν την συνέντευξη ένιωσα παράξενη συγκίνηση. Ηταν σαν να ψηλάφιζα παιδικές αναμνήσεις, μακρινά ακούσματα, κάποιες Κυριακές στο σπίτι της γιαγιάς μου, το ραδιόφωνο έπαιζε Μανώλη Χιώτη- Μαίρη Λίντα... Η γιαγιά μου σιγοτραγουδούσε κι εφτιαχνε εκείνες τις υπέροχες κιμαδόπιτες, συνταγή σμυρνέϊκη. Εγω ήμουν ένα απλό παιδί, η Μαίρη Λίντα αστέρι πρώτου μεγέθους. Σήμερα η Μαίρη Λίντα εξακολουθεί να λάμπει με κείνο το αλλιώτικο φως, που δεν χρειάζεται προβολέα για να συντηρηθεί. Ποιός να μου΄λεγε ότι θα ερχόταν μέρα, που μεσα απο στίχους των τραγουδιών θα μου άνοιγε μια πόρτα στη ζωή της... Η Μαρία Δημητροπούλου, όπως είναι το πραγματικό ονομά της, που εμφανίστηκε πρόσφατα στην εκπομπή της ΕΡΤ "Στην υγειά μας" του Σπύρου Παπαδόπουλου μου έδωσε την ιδέα να ανασύρω αυτήν την συνέντευξη από το 1997 που λες και ήταν μόλις χτες... 


Είχα μια θάλασσα στο νου κι ενα περιβόλι τ΄ουρανού... 

Θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας μια τέτοια ανάμνηση; 

Θάλασσα εχω παντα στο νου γιατί είμαι...σκορπιός (γελάει) και οι σκορπιοί, ξέρετε, λατρεύουμε το νερό...Πάντα, ό,τι να φέρω στο νου μου θα είναι μια θάλασσα και, βέβαια, θυμάμαι μια θάλασσα βραδυνή, ενα μπάνιο νυχτερινό με τον αείμνιστο, τον συγχωρεμένο, τον αγαπημένο μου τον Μανώλη, ενα βραδυνό μπάνιο...μια στιγμή που δεν θα την ξεχάσω...στη Βάρκιζα, τον καιρό που ακόμα δεν υπήρχαν πλαζ και τέτοια... 

Και στην Αθήνα; Σας αρέσει να ζείτε στην Αθήνα ή ψάχνετε ευκαιρία ν΄αποδράσετε; 

Την αγαπώ την Αθήνα πάρα πολύ, γενικώς αγαπώ τον τόπο μου, την Ελλάδα, αλλά κάποιες στιγμές θέλω μετα μανίας να φύγω... 

Πού συνήθως καταφεύγετε; 

Σε διάφορα μέρη, δεν έχω ενα σταθερό μέρος που πάω. Γι αυτό δεν έχω κάνει κι εξοχικό σπίτι γιατί δεν μ΄αρέσει να μένω πάντα στο ίδιο μέρος. 

Πηγαίνετε μόνη, πηγαίνετε με φίλους... 

Τις περισσότερες φορές μόνη... κι άλλες φορές με φίλους. 

Δηλαδή ενα πρόσωπο σημαντικό αυτή τη στιγμή στη ζωή σας, ποιό είναι; 

Μόνο το παιδί μου, η κόρη μου...αλλά...επειδή ξέρω ότι δεν θα ήθελε να μιλάμε για κείνη, ας την αφήσουμε έξω. 

Ενα άλλο τραγούδι λέει: Θα μαραθούν τα γιασεμιά, θα μαραθούν τα γιούλια...μα εσυ θα είσαι μοναχή... Είναι απειλή η μοναξιά; 

Υπάρχουν άνθρωποι που λένε ότι η μοναξιά είναι επιλογή τους. Για μένα δεν είναι καθόλου απειλή, αν το επιλέγεις κι εγώ το έχω επιλέξει να είμαι μόνη και μπορώ να πώ ότι την ευχαριστιέμαι τη μοναξιά μου, τη γλεντάω, περνάω πολύ ωραία με τον εαυτό μου... 

Αυτό φαίνεται. 

Ναι, ίσως δεν θα περνούσα καλύτερα με κανέναν άλλον... 

Δηλαδή το μυστικό αυτής της ζωντάνιας, της ζωτικότητας που έχετε οφείλεται σε τί; Ίσως επειδή κάνατε πάντα αυτό που θέλατε... 

Ακριβώς. Κάνω πάντα αυτό που θέλω και που νομίζω εγώ ότι είναι σωστό, μπορεί να μην είναι, αλλά κατα την κρίση μου νομίζω ότι είναι σωστό αυτό που κάνω

Ποτέ στο δρόμο μου να μη βρεθείς για να σε δώ... Πότε είπατε "ποτέ" για κάτι ή για κάποιον; 

Θα μου επιτρέψετε να το κρατήσω για τον εαυτό μου... 

Θα ήθελα...να μας το πείτε... ...Εχω πει για κάποιον άνθρωπο. 

Πριν απο λίγες μέρες, όταν ξεκινήσατε τις εμφανίσεις σας για φέτος εδώ στα 9/8, και τραγουδήσατε χορεύοντας με τα γνωστά βηματάκια σας το ...περασμένες μου αγάπες, όνειρα που σβήσατε με το πέρασμα του χρόνου την ανάμνηση του πόνου... Αλήθεια, πού πάνε λέτε οι παλιές αγάπες; Πάνε στον παράδεισο; 

Μακάρι νάξερα! Δεν ήρθε κανείς να μας πει πού έχουν πάει. 

Ενα τραγούδι μου, δεν ξέρω αν το θυμάστε, είναι στίχοι της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, της μεγάλης Ευτυχίας, λέει: " πού πήγαν τόσοι άνθρωποι στη γή που περπατήσαν, πού πήγανε τόσες ψυχές που κλαψαν΄ κι αγαπήσαν...κάποιο τραινο θα περάσει απ΄τη ζωή μας βιαστικό τη βαλίτσα μας στο χέρι κι ο Θεός μονάχα ξέρει πού θα κάνουμε σταθμό...". 

Κι όμως ακόμα σήμερα τραγουδάτε την αγάπη, τον έρωτα και λέτε: μανα μου, μάνα μου εγώ για σένα θα ξεχάσω και τη μάνα μου...τόσα στραπάτσα κι αντέχω η τρελή... 

Πάντα θα τραγουδώ τον έρωτα. Υπάρχει ωραιότερο πράγμα απ΄τον έρωτα; Μη κοιτάτε που εγώ πλέον δεν μπορώ να ερωτευτώ... 

Δεν μπορείτε να ερωτευτείτε; Είναι δυνατόν να μπορείτε να τραγουδάτε ετσι, με τόση δύναμη, τέτοια κίνηση, τόσο πάθος και να λέτε ότι δεν θα ερωτευθείτε... 

 Δεν ξέρω, δεν μπορώ, είναι φοβερά δύσκολο για γυναίκες της ηλικίας μου και όταν είναι και σ΄αυτή τη θέση που είμαι εγώ, είναι φοβερά δύσκολο να μπλεχτούμε με μια νέα ιστορία. 
Απο ποιά άποψη; 

Οι μεγάλοι άνθρωποι που θα μου ταίριαζαν εμένα είναι κάπου αλλού μπλεγμένοι, παντρεμένοι, με οικογένειες κ.τ.λ, οι μικροί δεν μου ταιριάζουν καθόλου, όπότε κάθομαι στ΄αυγά μου και...(γελάει) 

Τι λέτε, όμως, για άλλες γυναίκες της ηλικίας σας, που έχουν ακριβώς την αντίθετη άποψη. Γιατί σ΄εναν άνδρα μεγάλο να ταιριάζει μια νεα γυναίκα κι όχι μια μεγάλη σ΄εναν πιο νέο; 

Εγώ δεν λέω όχι. Με γειά τους με χαρά τους. Αν μπορούν να λειτουργήσουν ετσι, γιατί όχι; Εγώ προσωπικά δεν μπορώ. Δεν θα μπορούσα ποτέ μ΄εναν πολύ νεώτερό μου άνθρωπο να βγώ έξω. 

Υπάρχουν πάντα οι έρωτες-τύραννοι, οι βασανιστικοί έρωτες. Και τυραννιέμαι κι αναρωτιέμαι γιατί ακόμα σ΄αγαπώ...λέει το τραγούδι. 

Είναι δυνατόν να τυραννιούνται οι άνθρωποι και ν΄αγαπάνε αυτόν που τους τυραννάει; 
Ναι. Μπορεί. Εγώ εξακολουθούσα ν΄αγαπώ κάποιον που με τυραννούσε... 

Είναι εκείνος για τον οποίο είπατε μετα "ποτέ"; 

Ε! ναι. Κάποτε λές το "ποτέ". Βρίσκεις τη δύναμη και το λες. 
Απόψε σφίξε με κι αγκάλιασέ με αύριο φεύγω, λησμόνησέ με... 

Μπορείς να ζητήσεις απ΄αυτόν που αγαπάς να σε ξεχάσει; Να φύγεις, εντάξει, αλλά να θές να σε ξεχάσει... 

Το είπα εγώ κάποτε. 

Στην ίδια περίπτωση; Αυτή που... δεν την λέμε; 

Οχι. Το είπα στον Χιώτη. Κάποια στιγμή που χωρίσαμε για λόγους τελείως...όχι ηθικούς λόγους ή κατι άλλο σοβαρό...της δουλειάς λόγοι, εκνευρισμοί...φτάσαμε στο χωρισμό...μετα απο κάποιες μέρες ήρθε για να τα ξαναφτιαξουμε και κλαίγοντας με πήρε στην αγκαλιά του, έλεγε να πάμε στην Ελλάδα, είμασταν στην Αμερική όταν χωρίσαμε, το 1967. Του είπα εγώ αυριο φεύγω, δεν θα με ξαναδείς, ξέχασέ με. Εφυγα. Και μάλιστα ήταν η μέρα που έγινε εδώ το πραξικόπημα με τους χουντικούς. Την ημέρα εκείνη ταξίδευα, ερχόμουν στην Ελλάδα, χωρισμένη απ΄το Χιώτη και λέγοντας του ότι κοίταξε με καλά γιατί δεν θα με ξαναδείς. 

Δυο χρόνια προετοιμαζόταν ψυχολογικά η Μαιρη Λίντα για να καταφέρει να πει στον Μανώλη Χιώτη ότι "τελειώσαμε". Και η αφορμή, λέει, ήταν... εκείνο το βραχιόλι απο μπριγιάν! Κάθε φορά που εκείνος θύμωνε, πάνω στον καυγά, το ζητούσε πίσω, "Και να μου δώσεις και το βραχιόλι μου"

Όταν θα το ξαναπείς αυτό να ξέρεις πως μαζί θα σου δώσω και το διαζύγιο απαντησε με πίκρα και οργή η Μαίρη. Ο Μανώλης δεν την πίστεψε ώσπου κάποιο πρωί του φώναξε τόσο δυνατά ότι τον αφήνει, που τραυματισε σοβαρα μια φωνητική χορδή. Γύρισε στην Ελλάδα χωρίς τον Χιώτη, χωρίς τη φωνή της, χωρίς το βραχιόλι. Μόνο με μια τσάντα και πιστεύοντας ότι η καριέρα της είχε τελειώσει. Λίγους μήνες αργότερα η καριέρα της συνεχίστηκε κανονικά χάρη στη φροντίδα του γιατρού Παπαθανασόπουλου. Τρία χρόνια αργότερα παντρεύεται τον Αλέξη και αποκτά μαζί του τη Βάλια. Η μητέρα της δεν έμαθε ποτέ γι αυτό το εγγόνι. Την είχε προλάβει ένας τραγικός θάνατος. Η Μαίρη Λίντα ( Δημητροπούλου το πραγματικό της επίθετο απο τον πατέρα της) χώρισε με τον Αλέξη σχετικά γρήγορα κι όταν η κόρη της ήταν 8 ετών παντρεύτηκε για τρίτη φορά και ξαναχώρισε. Με τον Χιώτη δεν κατάφεραν ποτέ να τα ξαναβρούν ούτε επαγγελματικά, παρ΄ότι προσπάθησαν, ούτε προσωπικά. " Ηταν αργά πια " , λέει η σήμερα η Μαίρη Λιντα, " εγω είχα παντρευτεί άλλον κι εκείνος άλλη ". 

Τον αγαπούσα και θα τον αγαπώ πάντα, ο πρώτος και ο μεγάλος μου έρωτας ήταν. Την πρώτη φορά που παντρεύτηκε, εγω ήμουν δώδεκα ετών, έψαχνα να βρώ τρόπο να πεθάνω. Μου είπαν ότι αν λιώσω γυαλιά και τα πιώ θα πεθάνω...στο τσακ με πρόλαβε η μάνα μου. Μετα απο λίγο καιρό, τότε δούλευα στην Κομπαρσίτα με τη Ζωζώ, καθώς περνούσα, επίτηδες για να τον δώ, απο την Ιωνος, που ήταν το μπαρ του Μάριου, τον βλέπω και μου κάνει νόημα να πάω κοντά. Πού πάς; μου λέει. Στη δουλειά μου, του απαντώ. Περίμενε θα σε πάω εγώ. Τι θές; Εσύ είσαι παντρεμένος...Χώρισα, μου αντιγύρισε. Απο αυτή τη στιγμή είμαστε μαζί. 

Η επιμονή σώζει τον έρωτα; ή...αφου το θές τουτη τη βραδιά με βαρειά καρδια και καημό μεγάλο, αγάπη μου, σου αφήνω γειά αφού τώρα πια δεν με θέλεις άλλο; 

Εξαρτάται πόσο αντέχεις να φύγεις. Αν το αντέχεις κι εχεις τη δύναμη φεύγεις, αν όχι κάνεις υπομονή, τραβάς όσα τραβήξεις μεχρι να βρείς τη δύναμη και πεις το γειά σου, αν ξεφύγεις απο την τσιμπίδα του έρωτα... 

Ενα άλλο όμως λέει...θα τα βρείς με μένα σκούρα θα μου βάλεις την κουλούρα και θα πεις κι ενα τραγούδι. Γάμος! πρέπει να είναι αυτοσκοπός; Ετσι πρέπει να σκέφτονται οι γυναίκες; 

Α! όχι, όχι. Δεν συμφωνώ καθόλου. Και ειδικότερα σήμερα, ο θεσμός του γάμου πια...εχει γίνει σχεδόν ανύπαρκτος. Γιατί πρέπει οπωσδήποτε να είσαι παντρεμένος; Μια σχέση ωραία μπορεί να είναι και χωρίς γάμο. Ο γάμος κρατάει τους ανθρώπους; Να, που παντρεύτηκα τρείς φορές και χώρισα. Ισως αν δεν παντρευόμουνα να ήμουν ακόμα μαζί. Ετσι πιστεύω. Γάμος, ο θάνατος του έρωτα, ετσι δεν λένε; (γελάει) 

Πώς αντιλαμβάνεσθε εσείς την έννοια του εκσυγχρονισμού που επικαλείται η κυβέρνηση; ...όλοι το ίδιο είμαστε σε τούτο τον κοσμάκη λαός και Κολωνάκι. 

Εχει γίνει κανένας εκσυγχρονισμός και δεν τον εχω δεί; Ξέρω γώ; Μπορεί και να μην το έχω αντιληφθεί. Όπως είναι τώρα ήταν πάντα και θα είναι πάντα. Ο λαός πληρώνει τα σπασμένα, άλλοι πληρώνουν το μάρμαρο. Πάντα. Εμάς δε τους καλλιτέχνες μας έχουν ταράξει. Κάποτε είχαμε και κάτι αφορολόγητο γιατί όπως ξέρετε τα έξοδα παραστάσεως ενος καλλιτέχνη είναι τεράστια. Οσα παίρνουμε τόσα χαλάμε γι αυτό και πεθαίνουμε στη ψάθα. Πολλοί λίγοι είναι εκείνοι που παίρνουν τα πολλά λεφτά και διατηρούν κάποια χρήματα και μια περιουσία. Οι άλλοι; Εγώ με το ζόρι έκανα ενα σπίτι τόσα χρόνια. Όταν κάθε βραδυ πρέπει ν΄αλλάξεις ρούχα, τουαλέτες, παπούτσια και στο δρόμο να βγαίνεις ευπρεπώς ενδεδυμένη γιατί σε γνωρίζει ο κόσμος και συζητάει...Τι να μας μείνει μετα εμάς; Πρέπει και να πληρώνουμε κάποιες υποχρεώσεις μας καλλιτεχνικές, να μην τα λέμε αυτά είναι γνωστά σε σας τουλάχιστον. Απο κεί κι ύστερα τι θα κάνουμε; Αλλά αφήστε εμάς. Εμείς, δόξα τώ Θεώ, μπορούμε και ζούμε. Υπάρχουν όμως άνθρωποι, που αυτή τη στιγμή δεν μπορούν να ζήσουν, που πεινάνε. Υπάρχουν μικροσυνταξιούχοι, χαμηλόμισθοι...Ποιός είναι λοιπόν ο εκσυγχρονισμός του κράτους; Τι βλέπει; Τι φτάχνει γι αυτό το λαό; Περιμένω να δώ ριζικές αλλαγές, περιμένω να δώ αυτήν την κοινωνική δικαιοσύνη, πότε θα γίνει γι αυτόν τον κοσμάκη που ταλαιπωρείται και φωνάζει. Εγώ δεν περιμένω να μου δώσουν τίποτα. 

Η λέξη Μάαστριχτ, σας λέει κάτι; 

Τι να μου πεί; Εγώ βλέπω ότι πάμε απ΄το κακό στο χειρότερο. Τι με νοιάζει το Μάαστριχτ και οι ταχύτητές του αν είναι εγώ, το παιδί μου, το παιδί σας, του αλλουνού να περνάμε άσχημα. Να πάει με άλλη ταχύτητα το Μάαστριχτ, ας κόψει ταχύτητα. Τσιγγάνα στο τσαντήρι σου...τσιγγάνες και τσιγγάνοι. Είναι ίδιοι με τους άλλους; Πρέπει ή όχι ν΄αφομιωθούν στον ευρύτερο πληθυσμό; Και γι αυτούς τους ανθρώπους, που είναι χρόνια μεσα στα τσαντήρια, τις καλυβες, τις παράγκες, που τους κυνηγάνε όλοι κι αναγκάζονται να γίνονται και κλέφτες και ζητιάνοι και χίλια δυό, πρέπει να υπάρξει κάποια πρόνοια. Οταν όμως είναι για να πάνε στρατιώτες τότε τους θέλουμε. Γιατί δεν κοιτάζουν αυτούς τους ανθρώπους να τους ενοποιήσουν με την κοινωνία την υπόλοιπη. 

Εκείνοι το θέλουν; Να ενσωματωθούν κανονικά; 

Εγώ πιστεύω ότι το θέλουν. Με πολλούς που έχω μιλήσει, γιατί είναι ωραίοι άνθρωποι οι περισσότεροι κι έχουμε και πολλούς συναδέλφους τσιγγάνους, που ξέρω πώς ζούνε, νομίζω ότι το θέλουν. Ε! τώρα αν υπάρχουν και κάποιες ομάδες, που δεν θέλουν και προτιμάνε να είναι άπλυτοι και βρώμικοι και στα τσαντήρια, ας μείνουν εκεί. 

Πέντε-πεντε δέκα ανεβαίνω τα σκαλιά... Πόσο δύσκολα ή πόσο εύκολα ανεβήκατε εσείς τα σκαλιά της επιτυχίας για να γράψετε ιστορία στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι; 

Πάρα πολύ δύσκολα. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν παρα πολύ δύσκολα. Ξεκίνησα απο το θέατρο Αλκαζάρ. Είναι γνωστό ότι ξεκίνησα σε ηλικία 7 ετών απο τα ταλέντα του Ορέστη Λάσκου. Ηταν εκείνος που με σήκωσε στα χέρια να με δεί ο κόσμος και με βάφτισε με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο. Δούλεψα σε μπουλούκια, σε επαρχία, σε θιάσους διάφορους που...πεινάγαμε την εποχή εκείνη...δυστυχώς...σκαλοπάτι-σκαλοπάτι. 

Οι δυσκολίες ήταν οικονομικές... 

Οχι μόνο οικονομικές. Και γενικότερα, δεν είχαμε τη βοήθεια, που υπάρχει σήμερα. Δεν υπήρχαν τα ΜΜΕ, τα ραδιόφωνα, οι τηλεοράσεις...ενα ραδιόφωνο κι αυτό για να σε βάλει έπρεπε να περάσεις εξετάσεις πώς και πώς... 

Δεν υπήρχαν και οι τεχνολογικές δυνατότητες, που αν είναι σωστο αυτό που εχω ακουσει, ακόμη κι αν δεν έχεις πάρα πολύ καλή φωνή σου τη φτιάχνουν...αληθεύει; 

Γίνεται ναι. Ισως όχι να σου τη φτιάξουν αλλά βοηθάει παρα πολύ η τεχνολογία. Τότε έπρεπε να εχεις φωνή αλλιώς δεν στεκόσουν. Να σας πω ότι τότε τραγουδούσαμε σε πολύ μεγάλους χώρους χωρίς μικρόφωνα. Θυμάμαι με τον Χιώτη στην Τριάνα του Χειλά απέναντι απ΄τον Αγιο Σώστη ενα καλοκαιρινό μαγαζί που έπαιρνε και χίλια άτομα κι εγώ έπρεπε να τραγουδάω απο τις έντεκα εως τις τέσσερις το πρωί χωρίς μικρόφωνο. 

Αλήθεια πώς και δεν την καταστρέψατε τη φωνή σας; Πρόσεχα τα πάντα. Δεν κάπνισα, δεν ήπια, πέρα απ΄τη δουλειά μου δεν έκανα καμμιά άλλη κατάχρηση, κανενός είδους, ακόμα και στον έρωτα, να σας το πώ ετσι, δεν έκανα κατάχρηση. Είχα πάντως την τύχη να βρεθώ απο την αρχή σε μεγάλη εταιρεία, στη MINOS, την ODEON τότε, και μετα στην COLUMBIA οπότε τα πράγματα απο κεί πέρα κύλησαν μόνα τους. Εκανα τον πρώτο μου δίσκο όταν ήμουν δεκατριών ετών με επιτυχία το " Πικρό ποτήρι " του Κώστα Καπλάνη κι αμέσως μετα είπα το " Απόψε φίλα με " του Χιώτη σε δεύτερη έκδοση απ΄του Καζαντζίδη, είπα το " Αφου το θές ", τόσα άλλα του Χιώτη. 

Αν σας καλούσαν ένορκο σε μια δίκη για ενα έγκλημα ερωτικού πάθους θα μπορούσατε να δείτε με συμπάθεια τον θύτη; ...εσύ΄σαι η αιτία που υποφέρω τόσο πρόσεξε γιατί μπορεί να σε σκοτώσω... Ναι, θα μπορούσα γιατί υπάρχουν εγκληματα λόγω έρωτος και πιστεύω ότι την ώρα εκείνη εχει το ακαταλόγιστο ο ερωτευμένος... Βέβαια δεν θα μπορούσα να τον αθωώσω αλλά θα μπορούσα να του δώσω ελαφρυντικά. 

Με κυνηγούν τ΄αδέλφια σου και όλοι οι δικοί σου... Οι συγγενείς κι οι φίλοι παίρνουν μόνοι τους δικαιώματα πάνω στην προσωπική μας ζωή ή τους τα δίνουμε εμείς; 

Τον συγγενή δεν τον διαλέγουμε, τον βρήκαμε, τον΄κονομήσαμε απ΄την ώρα που γεννηθήκαμε...λοιπόν απο κεί κι υστερα τα δικαιώματα τα δίνουμε εμείς. Αν δεν θέλουμε εμείς γιατί ν΄άφήσουμε ν΄άνακατευτεί κανείς; Του καθ΄ενός η ζωή του του ανήκει και μπορεί να την κάνει όπως θέλει. Δεν επιτρέπεται ν΄αφήνει άλλους να διαφεντεύουν στη ζωή του. 

Τι είναι πιο σημαντικό; Η φιλια ή ο έρωτας; 

Εγώ πιστευω στη φιλια παρα πολύ. Την έχω πληρώσει, βέβαια, τη φιλία παρα πολλές φορές. Δεν ήταν πάντα σωστή, αλλά εξακολουθώ να πιστεύω στη φιλία. Ισως εξακολουθώ να είμαι βλάκας...δεν ξέρω. Πολλές φορές μ΄εχουν πικράνει οι φίλοι. 

Εχετε συναίσθηση του μεγέθους του ονόματός σας; Καταλαβαίνετε δηλαδή ποιά υπήρξατε, ποιά συνεχίζετε να είσθε και τι αντιπροσωπεύετε; 

Οχι. Ποιά είμαι; Καταλαβαίνω ότι είμαι ενας άνθρωπος σαν όλους τους ανθρώπους, πολλές φορές πονεμένος, πολλές φορές χαρούμενος. Δεν έχω πιστέψει ποτέ ότι είμαι κάτι πολύ ανώτερο απ΄τους άλλους και δεν θάθελα να το πιστεψω. Το ακούω βέβαια που το λένε πολλοί αλλά δεν περνάει ετσι μεσα σε μένα, όλοι μου λένε " είσαι Θεά, είσαι ετσι...είσαι αλλιώς " αλλά είμαι η Μαίρη, η Μαρία...Δημητροπούλου. 

Οι γονείς σας είχαν αντιρρήσεις για το δρόμο που πήρατε; 

Ο πατέρας μου, όχι η μητέρα μου. Η μητέρα μου, Θεός σχωρέσ΄την, στάθηκε φύλακας άγγελος στο πλευρό μου για κάποια χρόνια. Μέχρι που παντρεύτηκα τον Χιώτη η μητέρα μου με είχε απ΄το χέρι. Ο πατέρας μου αφου το δέχτηκε καποτε μου είπε: " μόνο πρόσεξε κάτι. Αν είναι να γίνεις δεύτερη, κάτσε στο σπιτάκι σου. Θα φάμε ό,τι φάμε, θα ζούμε όπως ζούμε φτωχοί αλλά μη βγείς στο θέατρο. Εγώ δεν θα σε κάνω..." 

Ο γνωστός χαρακτηρισμός... από Π 

Ε! ναι. Ετσι δεν τις λέγανε τις θεατρίνες; Του είπα, σου δίνω υπόσχεση μπαμπα ότι θα γίνω πρώτη! 

Με ποιά κριτήρια επιλέγετε συνεργασίες; Δηλαδή φτάνει να πουλάνε ή μήπως χρειάζεται και κατι άλλο; 

Συνήθως ο επιχειρηματίας διαλέγει το σχήμα που του κάνει για μια σαιζόν. Μας κάνει την πρόταση κι εμείς τη δεχόμαστε ή την απορρίπτουμε. Ομως αυτό που παίζει ρόλο για μας είναι να είναι καλοί συνάδελφοι γιατί επτά- οκτώ μήνες μαζί πρέπει να περνάς καλά, να είναι ευχάριστα. 

 Εσείς εχετε τον Θανάση Βασιλά... 

Ενα νέο παιδί, θαυμάσιο μπουζούκι. Τον βρήκα τελειως τυχαία. Είχα πρόβλημα να έχω μόνιμα κάποιο μπουζούκι κι ενας φίλος μου είπε για τον Θανάση. Οταν τον άκουσα πραγματικά εξεπλάγην. Επαιξε τα τραγούδια του Χιώτη κι ήταν σα ν΄ακουγα τον Χιώτη. Βέβαια είναι ιεροσυλία να λέμε ότι ήταν ο Χιώτης αλλά τουλάχιστον ένιωσα ότι τα έπαιζε πιστά. Τριάμιση χρόνια τώρα τον έχω μόνιμα μαζί μου. Γράφει και τραγούδια και πιστεύω ότι στον επόμενο δίσκο, όχι αυτόν που θα βγεί τώρα γιατί δεν προλάβαμε, θα έχω και δικά του τραγούδια. 

Πράγματι ο δίσκος που ετοιμάζετε τωρα είναι αποκλειστικά με νέους συνθέτες... 

Είχα τάξει στον εαυτό μου ότι αυτή η δουλειά θα είναι μόνο με νέους συνθέτες. 

Οχι γιατί δεν σέβομαι ή δεν εκτιμώ τους παλιούς αλλά πρέπει να δώσουμε ευκαιρίες και σε νέους ανθρώπους

Η επιλογή των τραγουδιών ήταν δική σας ή της εταιρείας; 

Ηταν δική μου και του κ. Κωτούλα του παραγωγού μου. 

Θα μας πείτε τώρα μερικούς στίχους απ΄την καινούργια δουλειά; 

Δεν μπορούμε να δώσουμε στίχους πριν κυκλοφορήσει... 

Λιγα λογάκια μόνο...να πάρουμε μια γεύση, παρακαλώ πολύ 

Μικρό μου λάγνο ριζικό στης μοναξιάς μου τον καιρό με άφησες να λιώνω... Ενα άλλο λέει: " Των ανέμων τα μετάξια τα φορούν κορμάκια άξια..." Κι ενα άλλο που μου αρέσει εμένα εξαιρετικά, το Δώδεκα βράδια ξενυχτώ λέει: " κι αν δε με θέλεις μην το πείς / πές το της νύχτας της αυγής / πες το στ΄αστέρια που δεν μιλάνε κι όχι στ΄αηδόνια που παντού το μαρτυράνε ". 

Αν βρισκόσασταν σ΄ενα πάνελ με τον υπουργό Εξωτερικών για παράδειγμα, τι θα είχατε να του πειτε για το πώς αντιμετωπίζει η χώρα μας τα προβληματα με την Τουρκία ή με τα Σκόπια ή για τα μεγάλα εθνικά θέματα που τόσο μας απασχολούν; 

Να σοβαρευτούμε και να βρούμε τη λύση με διάλογο γιατί εγω πιστεύω ότι αν θέλουν μπορουν να λύσουν τα προβλήματα με συζήτηση κι όχι με πολεμο. Αλλά βέβαια αν είναι ανάγκη κάποτε κι αν πρόκειται να έχουμε συνέχεια πάνω απ΄το κεφάλι μας μια Τουρκία δεν θά εχω αντιρρηση ακόμη κι εγώ που είμαι γυναίκα να πολεμήσω. Μπορούμε να λύσουμε κάποια προβλήματα με διάλογο χωρίς να χρειαστεί να κάνουμε υποχωρήσεις στα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Γιατί η συζήτηση πρέπει να σημαίνει υποχώρηση; Τι; Βλάκες είμαστε; Οι πολλοί μεσολαβητές εμένα δεν μ΄αρέσουνε. Κάτι άλλο έχουν πάντα στο νού τους αυτοί... 

Βλέπετε ειδήσεις στην τηλεόραση; 

Πολύ. Ούτε ο Φώσκολος δεν μπορεί να γράψει τέτοια ( γελάει πολύ). Οι ειδήσεις όπως εχουν γίνει σε ορισμένα κανάλια είναι φοβερές. Μ΄ενοχλεί πάρα πολύ τώρα τελευταία ότι όλα τα εν οίκω είναι εν δήμω. Γιατί πρέπει να πάμε στην τηλεόραση για να λύσουμε τα οικογενειακά μας προβλήματα. Είναι τραγικό και δεν καταλαβαίνω γιατί το κάνουνε. 

Υ.Γ. Σήμερα, σχεδόν 15 χρόνια μετά, βλέπετε να υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά σε πολλά από τα πράγματα που συζητήσαμε με την κυρία Λίντα κάπου εκεί το 1996-97; 


απο το blog της Μιρέλλας Καλοστύπη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

cretan music - mantinades