Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Τα οργανάκια της Σύρας και η λατέρνα

 
 
  Αυτό που μένει έντονα από την αυτοβιογραφία του Μάρκου, όσον αφορά τη ζωή του στη Σύρα από το 1906 ως το 1919, είναι τα "οργανάκια", το μέσο αυτό απ'το οποίο ο Μάρκος άκουγε μελωδίες και τις απομνημόνευε.΄Ηταν άραγε τα οργανάκια αυτά οι γνωστές μας λατέρνες ή κάποια άλλα κουρδιστά όργανα; Η απάντηση δίνεται από τον ίδιο το Μάρκο.
 
«Οι αποκριές εκεί κρατάνε σαράντα μέρες. Όλος ο κόσμος εόρταζε τις αποκριές με τραπέζια, με χαρές, με παιχνίδια, με χίλια δυο. Εγώ τότε ήμουνα μικρός και χόρευα καλά. Στη Σύρα τότε ο κόσμος αγαπούσε το χορό. Χόρευαν πολλούς χορούς. Της γκάιντας, τους αποκριάτικους αυτούς που μάθαιναν τα ζεμπέκια και χορούς μικρασιάτικους, τούρκικους, της Πόλης και της Θράκης. Αλλά εμείς οι Συριανοί φημιζόμαστε ιδίως για το ζεμπέκικό μας(…). Τις αποκριές εκεί πέρα εγινόντουσαν τα ζεμπέκια. Μαζευόντουσαν μέχρι σαράντα νομάτοι. Διατηρούσαν χοροδιδασκαλείο. Πριν τις αποκριές δυο μήνες ανοίγαν και μαθαίναν τα ζεμπέκια χασάπικο, σέρβικο, χασαποσέρβικο, ζεμπέκικο. Μέσα σ’ αυτή την κάμαρα μαθαίναμε χορό διάφοροι, όσοι δεν ξέρανε και όσοι ήταν να ντυθούν, να γίνουν ζεμπέκια. Και την Καθαρή Δευτέρα βγαίναμε και τελείωνε. Τα οποία εδώνανε λεφτά για να γίνουν ζεμπέκια. Εκείνο τον καιρό εδώνανε εικοσιπέντε με τριάντα δραχμές, πολλά λεφτά, είχαν αξία τα λεφτά, και κάναν φορεσές από μετάξι. Ντυνόντουσαν με τουζλούκια, με κοντογούνια, με στηθιές, με βράκες και καπέλα ωραία, με μετάξια, με πούλιες με χίλια δυο πράματα, με μαντήλια μεταξωτά. Μα τι να σας πω δηλαδή, αυτό το πράμα μου φαίνεται σαν όνειρο. (…)

Στις σαράντα μέρες, κάθε Κυριακή επληρώναμε μια λατέρνα, οργανάκι που λένε, και μας έπαιζε το οργανάκι και χορεύαμε με τα ζεμπέκια στις αλάνες. (…) Το οργανάκι δεν έπαιζε τ’ αποκριάτικα. Το οργανάκι έπαιζε βαλς, καντρίλιες, συρτά, καλαματιανά, χασάπικα, ζεμπέκικα, σέρβικα. Αυτού του καιρού. Η Σύρα είχε πολλά οργανάκια. Ήτανε πλημμυρισμένη. (…) Έπαιζα το τούμπανο απ’ την ηλικία έξι χρονών και ακολουθούσα τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου δε και άσσος από τη γκάιντα, το τουλούμι, το οποίο, επειδής ήτανε φουκαράς ο πατέρας μου και γω ήμουν το μεγαλύτερό του παιδί, όταν ερχόντουσαν οι απόκριες, εφεύγαμε από πάνω από τη Χώρα και κατεβαίναμε κάτω στην Ερμούπολη που ήταν οι ταβέρνες και μέσα πίνανε κρασά διάφοροι τύποι αθρώποι. Γκάιντα ο πατέρας μου, τούμπανο εγώ.(…) Έπαιζα ρυθμούς του συρτού, μπάλους, κρητικά. Αυτά ήταν τα τραγούδια της γκάιντας. Αν είχα τούμπανο τώρα θα σου έκανα όλους τους ρυθμούς. Θυμάμαι τους σκοπούς, όμως όχι τα λόγια. Έπαιξα με τον πατέρα μου τις απόκριες τρεις τέσσερες χρονιές. (…)

Στις αποκριές, Σάββατο και Κυριακή, μπορώ να πω ότι οικονομάγαμε μαζί με τον πατέρα μου τριάντα, σαράντα, πενήντα δραχμές από φιλοδωρήματα. Όπως καθόμαστε εκεί στο τραπέζι βάζανε ένα δίφραγκο, ένα τριάρι. Όλο συρτά έπαιζαν αυτές οι γκάιντες, τα οποία και τώρα ακόμα τα ακούμε αυτά. Μπορεί να τα θυμάμαι γιατί ανακατεύτηκα να μάθω και γκάιντα, την οποίαν έπιασα και εκαθάρισα και έπαιζα, όχι όμως όπως ο πατέρας μου. Αυτό έγινε όταν ήμουνα μικρό παιδί, πριν να φύγω απ’ τη Σύρα. Τραγούδι δεν είχε. Γκάιντα και ταμπούρλο, κι ο κόσμος σηκωνόταν και χόρευε.

Όταν πέρναγε η αποκριά πήγαινε κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Π.χ. έπλεκε κοφίνια, πήγαινε στο κάρβουνο, διάφορες χειρωνακτικές δουλειές».
 
Ήταν λοιπόν όντως οι λατέρνες τα περίφημα οργανάκια της Σύρας που αναφέρει ο Μάρκος! Η Σύρα κέντρο εμπορίου, κοσμοπολίτικη πόλη από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά διαμόρφωσε μιά αστική κουλτούρα που παρέμεινε μέχρι και τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Το μεγάλωμα της Ελλάδας από το '12 και μετά και η σταδιακή καθιέρωση της Θεσσαλονίκης ως δεύτερη πόλη σε σπουδαιότητα μετά την πρωτεύουσα, σηματοδότησαν την παρακμή της Σύρας.
 
Ας δούμε τη συνέχεια του άρθρου γιά το Μάρκο, όπως τον είδε ο Μάνος Ελευθερίου:

Για τα ζεμπέκια. Σχολιάζει ο Μάνος Ελευθερίου στο δικό του βιβλίο «Μαύρα Μάτια -Ο Μάρκος Βαμβακάρης και η συριανή κοινωνία 1905-1920»: «Η λέξη “ζεμπέκια” την οποία καταθέτει με αγάπη και συγκινητική μνήμη ο Βαμβακάρης ελάχιστες φορές αναφέρθηκε στις εφημερίδες. Δεν ξέρω πότε άρχισε. Ξέρω όμως ότι το τέλος τους σήμανε λίγο πριν από την έναρξη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Οι εφημερίδες με άλλα είχαν να ασχοληθούν. Ήταν κυρίως οι χοροί της Λέσχης και οι χοροί των πλουσίων κατοίκων στα μέγαρά τους, χοροί με 200 προσκαλεσμένους που κρατούσαν μέχρι το πρωί. Ακόμη και χοροί πλουσίων Συριανών που γίνονταν στην Αθήνα και που παρευρίσκονταν οι πρίγκιπες και το διπλωματικό σώμα και που το γεγονός γραφόταν στις αθηναϊκές εφημερίδες, οι Συριανές εφημερίδες το θεωρούσαν χρέος τιμής να αναδημοσιεύουν το γεγονός».

Για τις Απόκριες του 1917. Οι μέρες είναι σκοτεινές και από εκείνα που προηγήθηκαν και από όσα άγρια έρχονται. Ημέρες αποκριάς του 1917 και αρχίζει το συσσίτιο για τους απόρους Συριανούς: «Ομάδες προσφύγων και απόρων συμπολιτών αντί είκοσι λεπτών λαμβάνουν ικανόν γεύμα εξ ερεβύνθων και για την επομένη λόγω της Απόκρεω το γεύμα είναι μακαρόνια με κιμά». Οι άποροι είναι εκατοντάδες, η περιοχή της κεντρικής Αγοράς της Ερμούπολης έχει γεμίσει κατά την παγεράν του έτους ώραν», ασφαλώς ο Βαμβακάρης όχι μόνο θα πήρε είδηση αυτή την τεράστια σύναξη, αλλά ίσως θα στάθηκε στην ουρά για να πάρει κι εκείνος το λίγο φαγητό των είκοσι λεπτών.

Για την ιστορία. Ο Μάρκος θα μπαρκάρει λαθρεπιβάτης, 13 χρονώ παιδί, για τον Πειραιά. Την άφιξή του στο λιμάνι θα τη συνοψίσει με την εξής φράση: «Ως εδώ τελειώνει το δράμα της Σύρου. Όμως η ζωή μου είναι σειρά ολόκληρη από δράματα».

Ο Μάρκος Βαμβακάρης πέθανε στην Αθήνα 8 Φεβρουαρίου του 1972.




Read more: http://www.syrosagenda.gr/2014/02/blog-post_13.html#ixzz364l01vRi

Δεν υπάρχουν σχόλια:

cretan music - mantinades