Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Στέφανος Κιουπρούλης ή Χοντρονάκος


Συνέντευξη του Χοντρονάκου στον Ν.Παπαδάκη (1993 στη "Στοά Αθανάτων").


Ο Χοντρονάκος ήταν αυθεντικός, αθυρόστομος, ρεμπέτης «ψυχή τε και σώματι», που γενναιόδωρα γλέντησε όλους όσους, κάποια βράδια, του εμπιστεύθηκαν το κέφι τους, τη χαρά τους, τον καημό τους, τον νταλκά τους, την μέθη τους, την παρεκτροπή τους. Και ο Χοντρονάκος ήταν «πάντα εκεί», για να δώσει το δικό του βάλσαμο.
Η παρούσα, είναι αφιερωμένη στην μνήμη του. Μια μνήμη ανεξίτηλη... Ας τον αφήσουμε να αφηγηθεί:

ΓΙΑ ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ 

Από Μικρασία ήλθαν πολλοί μουσικοί αλλά οι περισσότεροι τα παρατήσανε. Από κει ήλθε και ο πατέρας μου, που είχε κομπανία στη Σμύρνη, οι Σκαρβέληδες. Ο Κώστας, η αδελφή τους η Ευγενία και του Παπαϊωάννου η μάνα αδελφή τους ήτανε, έγραφε στίχους (Χρύσα). Ο Παπαϊωάννου ήτανε πρώτος μου ξάδερφος. Ο πατέρας μου ήτανε από τους καλούς μουσικούς, έπαιζε σαντούρι, ούτι, βιολί, τζουρά, σάζι, ήταν και βυζαντινός ψάλτης. Έλεγε: «Σ' αυτό το επάγγελμα είσαι ζητιάνος. Ζητιανόξυλα είναι αυτά. Δεν θα μείνεις νηστικός ποτέ, αλλά δεν θέλω να γίνεις μουσικός». Κονόμαγα κάνα φράγκο, αγόραζα ένα μπουζούκι, το πήγαινα σπίτι, τό 'πιανε και τό 'σπαζε στα ίσια και με πλάκωνε στο ξύλο. Έπαιζα με την σκούπα, έπαιζα με κολοκύθια... Όλα τα όργανα του τα είχε δώσει, εκτός απ' τον τζουρά. Τό 'πιασα μια μέρα και έπαιζα, με βρίσκει με πλακώνει και μ' αυτό. «Δεν θα σε κάνω ζητιάνο, θα σε κάνω γιατρό, κάτι άλλο...». Έλα όμως που ήταν η τρέλα μου. Εν τέλει από 10 χρονών έπιανα πουλιά στο μπουζούκι. Δεκαπέντε χρονώ πήρα καλό μπουζούκι και το κρέμασα. Στο σπίτι, μια μέρα, κατοχή ήτανε, βρέθηκαν ο Μάρκος, ο Στράτος, ο Μπάτης, ο Αρτεμης, ο Παπαϊωάννου και εγώ είμαι δίπλα στης γιαγιάς μου τον μπαξέ. Παίρνω και εγώ το μπουζούκι και έπαιζα μαζί τους. Κάποια στιγμή μ' ακούσανε. Λέει ο Μάρκος: «Ποιος παίζει;». «Αχ, τον πούστη!», λέει ο γέρος μου, σηκώνεται απάνω και έρχεται. Τα βάζει με την γιαγιά μου, φωνές κακό. Του λέω: «Αυτό το μπουζούκι δεν θα μου το σπάσεις. Το 'μαθα πια, τελείωσε...». Με παίρνανε μετά και τους έπαιζα κάτι ρεμπέτες από τη Θεσσαλονίκη. Ο Μήτσος ο Σκύλος, ο Πεπόνης, ο Κόκκορας και άλλοι... Και φαντάρος έπαιζα, είχαμε κάνει ένα συγκρότημα. Παίζαμε, την βγάζαμε μάγκικα. Μετά έμπλεξα, μπήκα φυλακή...

Ερ.: Γιατί πήγες φυλακή;
Απ.: Έδειρα ένα λοχαγό. «Γιατί άργησες στο προσκλητήριο:». Εγώ δούλευα στην ταβέρνα. Μαλώσαμε, λογοφέραμε, τον πλάκωσα και με στέλνουν τρία χρόνια φυλακή. Πέντε με δικάσανε, τρία έκατσα.

Ερ.: Πού τά 'βγαλες αυτά;
Απ.: Στο Εφταπύργιο, στη Μακρόνησο και στη Καλλιθέα. Αλλά και πάλι δούλευα. Στην Μακρόνησο είμαστε με τον Μπιθικώτση στο αντίσκηνο, τον Θεοδωράκη, τον Μάνο Κατράκη και τον Βασίλη Διαμαντόπουλο τον ηθοποιό. Με τον Μπιθικώτση και τον Ορφέα τον Κρεούζη πηγαίναμε στους αξιωματικούς, ρίχναμε πενιές και κονομούσαμε κάνα τυρί, κάνα βούτυρο, κάνα κομμάτι κρέας, για τους άρρωστους. Δίναμε και συναυλίες με τα μπουζούκια, θεατρικές παραστάσεις. Εν τω μεταξύ έγραφα στίχους. Τους έστελνα στον Τσιτσάνη να μου στέλνει κάνα χαρτζιλίκι, έστελνα και στον Παπαϊωάννου.

Ερ.: Γίνανε αυτοί οι στίχοι γνωστά τραγούδια;
Απ.: Γίνανε...

Ερ.: Μπορούμε να πούμε ποια είναι;
Απ.: Πρέπει να ψάξω, δεν θυμάμαι καλά. Τα 'χω σημειωμένα, αλλά είναι στη Θεσσαλονίκη. Θυμάμαι όμως κάποια, το «Μάγκα μου συμμορφώσου πια» του Τσιτσάνη, «Η Κατινούλα», η «Σαλονικιά», σ' αυτό πάνω εγώ έβγαλα τώρα τη Δημητρούλα. «Ήταν μια Τρίτη βροχερή, καταραμένη μέρα» το «Τρελό καψώνι φάγαμε», ο Τσιτσάνης το 'κάνε. Σ' αυτά δεν έχει μπει τ' όνομα μου. Ούτε είχα ανάγκη να μπει. Ούτε ήξερα τι σημαίνει αυτό το πράγμα, δικαιώματα κ.λ.π.
Όταν απολύθηκα πήγα στο «Πίγκαλς», ήταν ο Παπαϊωάννου, Χιώτης, Μπέμπης, με είδε ο Τσιτσάνης κακοντυμένο, με πήγε μ' έντυσε, με χαρτζιλίκωσε, μου λέει: «Θα παίξεις εδώ», γιατί ήμουνα και καλό όργανο. Δούλεψα δύο-τρεις μήνες εκεί. Πήγα στη Θεσσαλονίκη μετά, μου λέει ο πατέρας μου: «Θα σταματήσεις το μπουζούκι, θα πάρεις ένα φορτηγό». Έβγαλα δίπλωμα, δούλεψα το φορτηγό, το μπουζούκι το είχα στ' αμάξι, δεν το άφηνα σπίτι μη το σπάσει ο γέρος. Και το βράδυ πήγαινα στην ταβέρνα της γειτονιάς, στη Νεάπολη, ρίχναμε πενιές, κονομούσαμε. Στην Κατοχή παίζαμε στου «Κέρκυρα», εκεί ήταν τα μπουρδέλα. Παίζαμε μέρα γιατί απαγορευόταν η κυκλοφορία νύχτα. Ήταν ο Γενίτσαρης, ο Τσιτσάνης, ο Καλδάρας, ο Μπίνης, ο Παπαϊωάννου, ο Μπιρ - Αλλάχ, ο Ανέστης ο Δελιάς, ο Μπακάλης. Ήταν ο αγαπητικός. Καλό παιδί.
Με βλέπανε οι παλιοί οι μεγάλοι και λέγανε: «Κάτι θα 'χει ο πιτσιρικάς, να μας πει κάνα καινούργιο». Το ακούγανε, το παίρνανε, το άκουγα μετά δυο-τρεις μήνες από δίσκο. Καλά κάνανε, δεν με ξεχάσανε, μ' εκτιμούσανε και ακόμα μ' εκτιμούνε. Ο Τσιτσάνης με εκτιμούσε ιδιαίτερα, να πάω σπίτι του, η οικογένεια του να με δεχτεί... Ο Χιώτης ωραίος φίλος. Μ' αγαπούσε υπερβολικά. Τον είχα δώσει ένα τραγούδι, το «Κοντεύουνε χαράματα κι ο ύπνος δεν με παίρνει». Είναι δικό μου, μουσική - στίχος. Αυτός όμως τα 'κάνε καλύτερα. Δεν πέρασε όμως σαν τραγούδι . Το λέει κάπου και η Μπέλλου σε νέα έκδοση. Δεν ξέρω αν τό 'δώσε ο Χιώτης και μπήκε σ' άλλο όνομα γιατί τα κάνανε αυτά οι εταιρείες, βάζανε τραγούδια στ' όνομα αυτών που προωθούσανε.
(Σ.Σ. Το τραγούδι υπάρχει στο όνομα του Απόστολου Καλδάρα με τον Πρ. Τσαουσάκη και Ι. Γεωργακοπούλου. 1949.)
Γινότανε αρπαγές. Την Παπαγιαννοπούλου την ρίξανε κατά κόρον, πουθενά δεν την βάζανε. Και του πατέρα μου έχουν πάρει τραγούδια ο Μάρκος, ο Μπάτης, ο Χατζηχρήστος, αλλά δεν θυμάμαι ποια. Δεν έχω ντοκουμέντα, όμως γινότανε πάντα αυτό. Αν ήξερα τότε πως θα γίνω επαγγελματίας, θα είχα βρει την φόρμουλα και θα ήμουν κατοχυρωμένος.
Αλλά ήμουν πιο πολύ ερασιτέχνης. Έγραφα, τα 'παιζα, τα παίρνανε, τα γράφανε, τ' άκουγα και... χαιρόμουνα. Πράγματι χαιρόμουνα. Με ικανοποιούσε κατά κάποιο τρόπο. Έλεγα, χαλάλι του. Και το ξέρανε και δέκα φίλοι στη Θεσσαλονίκη ότι εγώ το 'βγαλα... αλλά με λέγανε κορόιδο. Εδώ είναι το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» του Χρήστου Μίγκου, σίγουρα. Ήταν φυλακή ο Μίγκος και από εκεί το 'δώσε στον Καλδάρα, ήταν πολύ φίλοι.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΡΕΜΠΕΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 

Τα πρώτα ερεθίσματα τα πήρα από Μικρασιάτες. Υπήρχαν κομπανίες με σαντούρια στα καφέ-σαντάν, ήταν το «Πανελλήνιο», ο «Λούκουλος», του «Μαλίκ - Μπέη», τραγούδησε η Εσκενάζυ και η Αμπατζή εκεί. Ήταν Σμυρνιοί και Πολίτες οι περισσότεροι. Δεν ταιριάζουν μεταξύ τους αυτοί. Έλεγες, «Πάμε στο Σμυρνέικο», ή «Πάμε στο Πολίτικο». Στο Πολίτικο άκουγες κιμπαριλίκι, οι Σμυρνιοί είχανε πιο πουτανιά, είχανε μπάλλους, τσιφτετέλια, «κούνα το κούνα το το κορμάκι σου, να δω και να θαυμάσω το κεφτεδάκι σου». Άλλος έλεγε «το πατάκι σου», άλλος «το κωλαράκι σου». Ενώ οι Πολίτες ήταν πιο σοβαροί. Είχανε το ζεϊμπέκικο, το χασάπικο, καρσιλαμάδες ωραίους, που τους χορεύανε με τα μαχαίρια, παράσταση κανονική και σεβότανε ο κόσμος. Παράγγελνες ένα τραγούδι, «Κύριε Νίκο το τραγουδάκι σας», χόρευε ο Νίκος και χτυπούσανε παλαμάκια, σεβότανε τη μουσική, χειροκροτούσανε και το Νίκο, χόρευε δε χόρευε καλά δεν τον κοροϊδεύανε. Ύστερα, αν έσπαγε ένα ποτήρι στο σμυρνέικο δεν γινότανε καβγάς και σπούσανε και πιάτα. Όμως εκεί που ήτανε οι Κωνσταντινουπολίτες οι μάγκες, άμα σπάγανε ένα ποτήρι, έπρεπε να σηκωθεί και να ζητήσει συγνώμη από όλο τον κόσμο. Ειδεμή θα τον σκοτώνανε.

Μετά μπήκαν οι Γερμανοί και διαλύσανε αυτά. Στη ρεμπέτικη πιάτσα της Θεσσαλονίκης τότε ήταν ο Νίκος Νερατζόπουλος, ράφτης, μπουζούκι - σάζι, ο Μπάλης ο Μήτσος ο κουρέας μπουζούκι - μπαγλαμά, ο Αντώνης ο Πεπόνης ταπετσέρης, γερό όργανο, μπουζούκι ο Γιάννης ο Μπάκακας, ο Ντίνος ο Καρούμπαλος, ο Στελλάκης, ο Βαγγελάκης, ο Τσανάκας ο Χρήστος, ο Χρήστος ο Μπαρτζάνος. Είχανε τις δουλειές τους και παράλληλα πηγαίνανε στην ταβέρνα να κονομήσουνε χαρτούρα. Στη Τούμπα ήταν ο Καρούμπαλος ο Κώστας, ο Βαγγέλης ο Σμυρνιός, τα Αραπάκια τ' αδέλφια βιολί και ούτι, γύφτοι της Μικράς Ασίας, κατσίβελους τους λέγανε. Ο μπάρμπα-Γιάννης ο Σαντουράκιας, ο Πετμεζάς, αυτός με τα υφάσματα - ρετάλια στη Θεσσαλονίκη, είχε το καλύτερο συγκρότημα, τη Ρίτα τη Θεσσαλονικιά, μια χοντρή με καταπληκτική φωνή. Ερχότανε και οι Αθηναίοι και γινότανε συγχώνευση. Ο Μάρκος, ο Στράτος ο τεμπέλης, ο Μπάτης, ο Αρτεμης, ο Γενίτσαρης πολλές φορές, ο Τσιτσάνης, ο Καλδάρας, ο Στελλάκης, ο Παπαϊωάννου, ο Καραπατάκης, ο Χιώτης, ο Μιχαλόπουλος. Ερχότανε ο Παπαϊωάννου και έμπαινε σ' ένα συγκρότημα με σαντούρια. Ήτανε κάτι πρωτότυπο το μπουζούκι. Τον Ζαμπέτα δεν τον θυμάμαι τότε, μετά την Κατοχή. Ο Ζαμπέτας είναι από τα πρώτα όργανα στο ρεμπέτικο. Άπιαστος, για μένα είναι ο καλύτερος απ' αυτούς που μείνανε, το προωθεί το ρεμπέτικο και του αξίζει.



ΓΙΑ ΤΗΝ ΡΕΜΠΕΤΙΚΗ ΖΩΗ

Οι ρεμπέτες δεν είναι άνθρωποι να τους βάλεις στο κλουβί, να τους πεις εδώ είστε. Όχι. Ο ρεμπέτης είναι ένας τύπος που ξεκινάει μόνος του, έχει δικά του σημεία, κάνει ότι θέλει και ζει τη ζωή του όπως θέλει. Ή παίζει όργανο ή όχι, κι εσύ που δεν παίζεις είσαι ρεμπέτης. Δεν σ' αρέσει το ντύσιμο το πολύ, δεν σ' αρέσει να κάθεσαι στον καθρέφτη, άμα δεν μπορείς να συνεννοηθείς σηκώνεσαι και φεύγεις, δεν έρχεσαι στους καβγάδες, είσαι διαλλακτικός, είσαι σαν το πουλί. Δηλαδή εγώ τον ρεμπέτη τον χαρακτηρίζω σαν ένα πουλί, που «πετάει εδώ, πετάει εκεί και όπου τη βρίσκει κελαηδάει». «Το μερακλίδικο πουλί ποτέ φωλιά δεν κάνει». Τους κυνηγάνε, αλλά οι ρεμπέτες είναι σαν πηγή, σαν το νερό. Όσο και να το φράξεις το νερό, θα βρει διέξοδο να βγει. Γι' αυτό οι ρεμπέτες δεν θα χαθούνε αφού βγαίνουν έτσι από την φύση. Είναι ρεμπέτισσα η φύση αν το εξετάσεις. Τα ποτάμια, η βροχή, ο αέρας, οι βροντές, οι ήχοι της φύσεως είναι οι εφτά νότες. Έπαιρναν οι ρεμπέτες το μπουζούκι, μάζευαν ραδίκια στο δρόμο, έτρωγαν φρούτα και πήγαιναν εδώ, εκεί. Άνθρωποι ελεύθεροι που δεν ξεχώριζαν σύνορα και πατρίδα. Αλλά όταν έχουν υποχρεώσεις, είναι πιστοί, είναι καλοί οικογενειάρχες, έχουν μπέσα, ο λόγος τους είναι λόγος. Ό,τι πει ο ρεμπέτης είναι νόμος. Δεν σου λέει είπα, ξείπα...

Στην Κατοχή κάναμε διάφορα σαμποτάζ στους Γερμανούς. Μπήκαμε σε ένα στρατόπεδο και τους κλέψαμε τα λάστιχα από τ' αυτοκίνητα, κάτι φάρμακα, κάτι ανταλλακτικά, ό,τι βρήκαμε. Με δικάσανε σε θάνατο, αλλά απέδρασα από το στρατόπεδο του Παύλου Μελά και βγήκα στο βουνό, με το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ. Ήμασταν τσακάλια, 17άρηδες τότε, δεν καταλαβαίναμε τίποτα. Σαλταδόροι, κλέβαμε τους Γερμανούς και το βράδυ, το μπουζούκι μπουζούκι. Ήμασταν τακίμι εγώ, ο Χρηστάκης και ο Κόκκορας.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΚΚΟΡΑ 

...ήταν μπουζούκι ιδιόρρυθμο. Ρουσσάκης Γιώργος λεγόταν. Ο πατέρας του λοχαγός. Από το Ηράκλειο Κρήτης καταγότανε. Η μάνα του από το Ασβεστοχώρι, δασκάλα. Κάνανε δυο παιδιά, ένα κορίτσι (είναι τώρα συμβολαιογράφος στον Ορχομενό) και τον Γιώργο, τον Κόκκορα. Υπηρέτησε μαζί με τον Ζαμπέτα στην αεροπορία. Είχε κληρονομήσει στη Θεσσαλονίκη μια πολυκατοικία, ένα μαγαζί και ένα φούρνο. Αυτός δεν δούλευε. Μπουζουκάκι, καφενείο και τεκέδες. Ανταμώναμε τα βράδια, κολλούσαμε στο τραγούδι, είχε ιδιόρρυθμη φωνή. Τέρας μορφώσεως και τέρας αλητείας. Έβγαλε το Γυμνάσιο, αλλά το μπουζούκι μπουζούκι και η αλητεία, αλητεία. Ήταν κακομούτσουνος, άσχημος, γουρλομάτης, στραβομύτης, αδύνατος, με τον Βαρδάρη, έπρεπε να τον δένω μη τον πάρει ο αέρας, τόσο ελαφρύς. Αλλά είχε μια φωνή τέτοια, που την μιμήθηκε ο Χρηστάκης. Ίδια η φωνή του Κόκκορα, όταν ακούω Χρηστάκη ακούω τον Κόκκορα. Μπουζούκι γρήγορο, πιο γρήγορος κι απ' τον Χιώτη, αλλά ήταν άχρονος, αν δεν είχε κιθάρα να τον κρατάει σε πέταγε από τον Λευκό Πύργο κάτω. Καλό παιδί, τίμιος.

Όλα τα κουσούρια τα είχαμε. Κουμάρια παίζαμε, χασίσι πίναμε, για να παίξεις μπουζούκι πραγματικό έπρεπε να μπεις στον τεκέ, στους τεκέδες ήταν τα μπουζούκια, όπως λέω στο τραγούδι «Χρόνια οι μάγκες είχανε, μες τον τεκέ κρυμένο, μπουζούκι όμορφο γλυκό και περιφρονημένο». Τεκέδες λαϊκοί, τεκέδες σαλονίσιοι, για την αριστοκρατία, πιο ακριβός ο αργιλές αλλά έμπαινες σε χαλιά, καθαριότητα, άλλο «σχέδιο» μαύρο. Τώρα δεν υπάρχουν τεκέδες. Όσο υπήρχανε τεκέδες δεν υπήρχε πρέζα. Κυνηγήσανε το μαύρο, βγάλανε την πρέζα. Καταστρέφουν την νεολαία έτσι. Που λένε χασικλής - εγκληματίας; ποτέ. Ο χασικλής μόλις φουμάρει είναι δειλός. Κάνει τα κέφια του, ούτε μαλώνει, ούτε σκοτώνει. Αυτοί με τα σκληρά ναρκωτικά και ληστεύουνε και σκοτώνουνε. Ο Κόκκορας έπινε μόνο μαύρο. Και 'γω ακόμα πίνω αν βρω, παρ' ότι δεν είμαι στην υγεία μου καλά. Πρέπει να το αφήσει ελεύθερο η πολιτεία και να κυνηγήσει τα σκληρά. Γιατί εκεί, πέφτουνε οι νέοι και δεν σηκώνονται.

Με τον Κόκκορα, κάθε βράδυ είμασταν μαζί. Τον έπαιρνα ταξίδια με το φορτηγό, Σέρρες, Δράμα, Καβάλα, Αλεξανδρούπολη, Φλώρινα, Λάρισα. Τα μπουζούκια στο αυτοκίνητο και όπου πηγαίναμε, στήναμε, παίζαμε, γλεντούσαμε. Στη Θεσσαλονίκη παίζαμε σε καλά μαγαζιά, όχι σκυλάδικα, μας γουστάρανε. Είχαμε μαζί μας πολύ κόσμο και από τα ανώτερα και από τα κατώτερα στρώματα. Με τον Κόκκορα περάσαμε χρόνια τακίμι. Δεν χαλάσαμε ποτέ την φιλία μας. Κι όταν παρεξηγιόμαστε, πίναμε μαζί έναν άργιλε και τα κάναμε όλα καπνό... Είχα φτιάξει ένα μαγαζί το '69, με τον αδελφό μου, την «Καλύβα». Κι ο Κόκκορας μαζί. Δέκα τραπέζια αλλά γινότανε χαμός, για να μπεις έπρεπε να τηλεφωνήσεις μία βδομάδα πριν. Μετά τρία χρόνια, πήραμε ένα μεγαλύτερο μαγαζί, ένα θερινό που να τους χωρά. Αναγκαστικά πλαισιωθήκαμε και μ' άλλους, με γυναίκες κλπ. Ο Κόκκορας δεν την εύρισκε, ούτε εγώ την εύρισκα. Μου λέει: «Φεύγω, πάω στην ταβέρνα του Μπέμπη και θα έρχομαι στις 2 η ώρα για το ρεμπέτικο». Αναγκάστηκα έτσι να πάρω την Μαριώ, μια πολύ ωραία τραγουδίστρια και ρεμπέτικη και ελαφριά. Δεθήκαμε μετά και είμαστε 20 - 25 χρόνια μαζί. Ο Κόκκορας πέθανε από κύρωση του ύπατος το 1976, ήταν μπεκρής. Έπινε μια οκά ούζο χωρίς μεζέ. Ήταν στο νοσοκομείο και είχε πάει ο αδελφός μου να τον δει. Του λέει: «Πες στο Νάκο να έρθει». Πάω το μεσημέρι, «Καλώς τον φίλο μου» μου λέει και μου πιάνει το χέρι, μου το σφίγγει και πέφτει σε σπασμούς, χωρίς να μ' αφήσει, με σφίγγει δυνατά, με τεράστια δύναμη. Έρχεται ο γιατρός, του βγάζει τον ορό, μου 'σφίγγε το χέρι, πιο σιγά, πιο σιγά, άαααπ, παραδόθηκε. Το 'μαθέ ο κόσμος, έγινε η κηδεία στην Καλαμαριά. Τι να σου πω, τι έγινε. Όλοι κλαίγανε. Ήταν η μισή Θεσσαλονίκη στην κηδεία του. Την ώρα που τον βάζανε στον τάφο, έπεφταν μέσα ούζα πενηνταράκια, κρασιά, τρίφυλλα τσιγάρα, φούντες, ένα μπαγλαμαδάκι του 'ριξα εγώ... οδυρμός. Η αδελφή του απορούσε: «Τόσες γνωριμίες είχε ο αδελφός μου;». Τη λέω: «Τι νόμισες; Επειδή ήταν μπουζουξής, χασικλής και μπεκρής, ήταν και κακός άνθρωπος; Ήταν το πιο σωστό παλικάρι. Του άρεσε αυτός ο δρόμος, το μπουζούκι». Έχουμε κάνει 2-3 τραγούδια μαζί, το ένα το είπε ο Στράτος ο Τεμπέλης και το άλλο ο Χρηστάκης, είναι «Η ρουλέτα» το ένα. Είχε πολλά, αλλά όχι δισκογραφημένα. Τα 'χω γραμμένα όλα εγώ. Θα τα βγάλω με τ' όνομα του...

Είχε κάνει ένα παιδί ο Κόκκορας στους Αγίους Αναργύρους, όταν υπηρετούσε στην Αεροπορία με τον Ζαμπέτα. Το αποκατέστησε όμως, του 'δώσε και τ' όνομα του. Φίνα ξηγήθηκε.

Αν είχα σκεφτεί επαγγελματικά, δηλαδή την τέχνη μου να την κάνω εμπόριο, θα είχα βρει άκρια. Μέχρι σήμερα ακόμα παίζω για κέφι μου, δεν παίζω επαγγελματικά. Δεν με νοιάζει το χρήμα. «Μπαίνω στο παλκοσένικο και κάνω τον αρτίστα και όλοι με φωνάζουνε Νάκο ζαμανφουτίστα». Κι εγώ τους λέω: «Γιατί άμα λάχει δηλαδή είμαι κι εγώ ένα πουλί, πετάει εδώ πετάει εκεί κι όπου τη βρίσκει κελαηδάει». «Σαν παίρνω το μπουζούκι μου το κέφι να κάνω, ποτέ μου μεροκάματο μάγκες μου δεν ζητάω». Βρήκα; Θα τσιμπίσω κάτι. Θα παίξω μετά να ικανοποιήσω τον κόσμο, να ικανοποιηθώ κι εγώ. Όταν ένας καλλιτέχνης ικανοποιεί τον εαυτό του μ' ένα έργο του, οπωσδήποτε ικανοποιεί και αυτούς που τον ακούνε. Εγώ έχω τραγούδια στο συρτάρι, που λέω αν τα κάνω δίσκους θα πεθάνω. Και τη λέω τη Μαριώ: «Τα ξέρεις τα τραγούδια, αν πεθάνω κάντα δίσκους εσύ». Δεν θέλω να πουλήσω αυτό το οποίο το έχω για μένα. Θα πω ορισμένα απ' αυτά, που έρχονται κάποιες στιγμές ιδιαίτερες όπως προχθές με τον Αριστο τον φίλο μας. Αυτά τα ακούω εγώ και όσοι τύχουνε.

Ο Γιάννης ο Παπαϊωάννου είναι πρώτος μου ξάδελφος, η μάνα του και ο πατέρας μου αδέλφια. Είναι καταγωγής από την Κίο και ήλθανε εδώ στη Νέα Κίο με καράβια. Ο πατέρας μου ήλθε το '12 στη Θεσσαλονίκη. Στη Μικρασία, Τούρκος δεν είχε μπει μέσα στο χωριό. Όλοι οι Κιώτες ντερβίσια και νταηλήδες. Με τον Γιάννη παίξαμε μαζί στη Θεσσαλονίκη. Κανείς δεν μπορεί να παίξει τα σόλο του Παπαϊωάννου. Ήταν από τα καλά όργανα. Τον αγαπούσε πολύ ο πατέρας μου, σαν μάγκας ήτανε σωστός. Ο πατέρας μου του έδινε τραγούδια, «Διάλεξε όποια θες» του έλεγε. «Όμως μην βάλεις το όνομα μου, δεν θέλω, το έχω αλλάξει. Λέγομαι Κυπριούλης, όχι Σκαρβέλης, έκανα οικογένεια, θέλω να ξεφύγω». Ο αδελφός του πατέρα μου, ο Κώστας Σκαρβέλης ή Παστουρμάς ο γνωστός, είχε μείνει ελεύθερος γεροντοπαλλήκαρο, έβλεπε ο πατέρας μου τις συνήθειες του και δεν γούσταρε.
................
Εγώ έχω ρεμπέτικα με διάλογο. Λέει η γκόμενα, η Μαριώ: «Δεν είμαι 'γω ρε μάγκα κορόιδο του παππά, να σου τα δίνω φίλε ταχτικά». Ο παππάς είναι το τρίφυλλο. «Κι αν είμαι αλανιάρα, το ξέρεις πως μπορώ, μια μέρα πάλι να συμμορφωθώ». «Να πας να βρεις γυναίκες με πλούτη με ρημάδια στη ζωή, να πας και 'συ ξανά να μην σε δω φιγουρατζή». Αυτό το είχα δώσει στον Τσιτσάνη κι άλλο ένα το «Δεν μ' αρέσει να δουλεύω», που έβαλε τη Θεσσαλονίκη μέσα, «Είσαι το καμάρι της καρδιάς μου», πάνω στη δική μου μουσική το 'φτιάξε. Εγώ στον δικό μου στίχο λέω: «Με κατηγορείς πως είμαι αλάνι και γυρίζω μες τα ταβερνιά, κι όλο μου γυρεύεις εξηγήσεις, θα με κάνεις μόρτισσα φονιά». «Όοο! Δεν μ' αρέσει να δουλεύω, όοοο θέλω πάντα να γλεντώ». Αυτά τα δύο τα έδωσα στον Τσιτσάνη, τα έκανε όπως ήθελε, τα μετέτρεψε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΙΣΚΟΥΣ 

Δισκογράφησα τα «Ρεμπέτικα της Θεσσαλονίκης» μ' έναν καθηγητή του Πανεπιστημίου, τον Ξ. Κοκόλη που γράφει για την ιστορία της Θεσσαλονίκης, με τον συγγραφέα τον Ντίνο τον Χριστιανόπουλο. Αν θα δεις τον δίσκο, ο Ξ. Κοκόλης γράφει και την ιστορία κάθε τραγουδιού ξεχωριστά, σε λεπτομερές ένθετο. Λέμε για την αγορά της Θεσσαλονίκης, λέμε για τις γυναίκες της Θεσσαλονίκης, λέμε για τον Γεντί Κουλέ. Έχω και δύο δικά μου τραγούδια για τη Θεσσαλονίκη. Και στον δεύτερο δίσκο, βάλαμε πάλι για τη Θεσσαλονίκη ρεμπέτικα, με την Μαριώ, ενώ ετοιμάζεται και ένας τρίτος δίσκος, πάλι με δύο δικά μου που θα πει η Μαριώ, κάποια άλλα ο Κ. Μακεδόνας και η Γλυκερία. Θα είναι συνολικά έξι δίσκοι. Ποιο ήταν αυτό, ποιο εκείνο. Ποιο το Πεξινάρι, ποιος ο «Χατζήμπαξές». Η Θεσσαλονίκη τότε ήταν όλο μπαξέδες. Από τις γραμμές του τρένου περνούσε ένας δρόμος που πήγαινε στα σφαγεία, με καλντερίμι και έτσι είναι ακόμα. Εκεί μεσ' στα δέντρα ήταν ένα κέντρο, ο «Χατζημπαξές» και πηγαίναμε και διασκεδάζαμε εκεί μέσα στα πουλιά, το καλύτερο κέντρο.

Είχε κρεμμυδάκια, είχε ντομάτες κι η θάλασσα κοντά στο Πεξινάρι, ψαράκια, τα σφαγεία κοντά, γλυκάδια, συκώτια, τα καλύτερα και πήγαινε ο κόσμος και την έβρισκε με τα παϊτόνια (άμαξες). Γώρα δεν υπάρχει αυτό το κέντρο, αλλά το σπίτι είναι εκεί μέσα. Δηλαδή όλο εκείνο το γραφικό υπάρχει ακόμα. Ύστερα το Πεξινάρι, «ο κήπος των πριγκίπων». Ήταν ζωολογικός κήπος, με λιοντάρια το Πεξινάρι, το τραμ μέχρι εκεί πήγαινε. Και ήταν και τα «Μπενμίξ», χώρια οι άνδρες, χώρια οι γυναίκες κάνανε μπάνιο. Σε μια άκρη πέρα από τον πριγκιπικό κήπο ήτανε κάτι παράγκες και είχανε τα ψαράκια, τα ούζα και τα λοιπά. «Πάμε για το Πεξινάρι να γουστάρουμε». Και πηγαίναμε και εμείς με τον Κόκκορα και ρίχναμε πενιές. Πήγαινα εγώ τα δρομολόγια με το φορτηγό, το βράδυ τον έβρισκα στο Πεξινάρι, ήξερα πού θα τον βρω ή στον Σωκράτη ή στον Δημόπουλο. Ο πατέρας του είχε ψαροταβέρνα και τεκέ στο Πεξινάρι και πηγαίναμε. Από κει φαίνονταν το Καραμπουρνάκι, Αρέτσου ήταν η αριστοκρατία, Καραμπουρνάκι ο λαός. Καλαμάκι με τα κέντρα που άνοιξαν μετέπειτα. Και το Μπαξέ-τσιφλίκι ήταν αρχαίο, εκεί πρωτοέπαιξε ο Τσιτσάνης το '38, όταν υπηρετούσε στο τάγμα τηλεγραφητών, εκεί έβγαλε και το τραγούδι το ομώνυμο.

ΓΙΑ ΤΑ ΤΡΙΧΟΡΔΑ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΤΕΤΡΑΧΟΡΔΑ 

Εγώ δεν το χωνεύω το τετράχορδο, ούτε το πιάνω στα χέρια μου. Δεν έχει τον ήχο που έχω μάθει με το τρίχορδο. Γιατί το ένα είναι μπουζούκι, το άλλο είναι μαντολίνο. Θα μου πεις, με τα μηχανήματα γίνονται όλα μπουζούκια. Τα βγάλανε τα τετράχορ-δα για πιο ευκολία, να βγάζουνε περισσότερες νότες να το μπερδεύουν το κομμάτι. Τα τετράχορδα πρώτα-πρώτα δεν τονί-ζουνε, τα παίζουνε παπαγαλίστικα. Ενώ με το τρίχορδο τα παίζεις σωστά, όπως είναι το κομμάτι, με ύφος και ήχο. Ο Χιώτης το 'κάνε τετράχορδο με κούρδισμα αλά μαντόλα. Ο Χιώτης ήταν αιτία και επιτράπηκε ελεύθερα, αφού το «'βγάλε από το περιθώριο». Ο Χιώτης ήταν ήρωας. Παλιά τα κουρδίσματα ήταν δύο, το αραμπιέν και το καραντουζένι.
...................
Ερ.: Πες μου κάποια καλά μπουζούκια από τη Θεσσαλονίκη.
Απ.: Έχει πολύ καλά μπουζούκια η Θεσσαλονίκη. Είναι ο Καμπουρέλος, ο Σωκράτης, ο Στ. Βογιατζής...

Ερ.: Πες μας τώρα Νάκο, πώς αισθάνεσαι με τόσα χρόνια θητεία μέσα στο ρεμπέτικο τραγούδι;
Απ.: Από τα σπάργανά μου είμαι μέσα στο ρεμπέτικο, το έζησα και μέχρι να πεθάνω δεν θ' αλλάξω πίστη. Είναι κάτι που μ' αρέσει τόσο πολύ - όχι ότι δεν μπορώ να γράψω κάτι άλλο και ταγκό γράφω και σλόου ροκ και βαλς και μπλουζ, αλλά αυτά δεν είναι για μένα. Μου τα ζητάνε κάτι μοντέρνοι τραγουδιστές και λέω: «Ας κάνω και ένα ροκ, ένα μπλουζ». Αλλά σαν καλλιτέχνης είμαι στο ρεμπέτικο, γιατί το θεωρώ το πιο κλασικό ελληνικό πράγμα. Όλοι ξεκινάνε από τα ρεμπέτικα. Ας βρεθεί ένας μπουζουξής που δεν ξεκίνησε με την «Φραγκοσυριανή». Εγώ ξεκίνησα με κάτι άλλο... «Βρε γρουσούζη όλη μέρα, που γυρνάς και μπεκρουλιάζεις, και την οικογένεια σου απ' την πείνα την ταράζεις». Ποιο μπουζούκι σήμερα δεν παίζει την «Φραγκοσυριανή»; Και μετά τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» και μετά «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι»; Σχολείο Βαμβακάρη, σχολείο Τσιτσάνη, σχολείο Καλδάρα. Εμείς είμαστε στα πιο παλιά σχολεία. Σχολή Χατζηχρήστου, που ήταν από τους καλύτερους, σχολή του Σκαρβέλη, σχολή του Γιοβάν Τσαούς, σχολή του Γιάννη του Σαντουράκια, μ' ένα σαντούρι ήταν μια ορχήστρα και τώρα η πιο τελευταία σχολή, η σχολή του Νάκου.

ΓΙΑ ΤΟ «ΚΥΤΤΑΡΟ» 

Το 1972, στο «Κύτταρο», με κάλεσε ο Ηλίας ο Πετρόπουλος. Είπα στον Κόκκορα να κατέβουμε, δεν ήθελε, κατέβηκα με τον Σπυράκι. Ήταν τότε ο Γενίτσαρης, ο Μουφλουζέλης, ο Μπίρ-Αλλάχ, η Άννα Χρυσάφη, ο Σκαρπέλης, ο Καλφόπουλος, η Σωτηρία Μπέλλου, ο Τσαουσάκης, ο Ρίκος με τη λατέρνα και είχαμε σαν νεότερη την Αλεξάνδρα. Κάθε Τρίτη ήταν γεμάτο, φοιτητόκοσμος. Ήταν χούντα τότε, το 1972.
Λέω ένα τραγούδι, «Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια, μπάτσοι κλάστε μας τ' αρχίδια».
Και όταν τελείωσα μου λέει ένας χωροφύλακας: «Θα μ' ακολουθήσεις».
Αλλά ήταν και ένας ταγματάρχης που παρακολουθούσε το πρόγραμμα και τον λέει: «Εμείς δώσαμε διαταγή να λένε τα τραγούδια αυθεντικά...».

rembetiko.gr

2 σχόλια:

ΝΑΝΑ ΓΚΟΡΑ είπε...

ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ:-) :-) ΛΥΠΑΜΑΙ ΟΜΩΣ ΔΙΟΤΙ ΟΛΑΑΑΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΑΞΙΟΛΟΓΑ ΑΤΟΜΑ....ΤΑ ΤΕΡΑΤΑ....ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ...ΤΑ ΕΧΟΥΝΕ ΠΝΙΞΕΙ..........ΑΛΗΘΙΝΑ ΛΟΓΙΑ, ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙ.....ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙ..ΠΟΛΥΥΥΥΥΥΥΥ ΤΟΝ ΧΑΣΑΜΕ ΓΡΗΓΟΡΑ...ΗΤΑΝ ΓΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΑΝΤΑ.:-) :-) :-) ΕΝΑ ΑΙΩΝΙΟ ΠΑΙΔΙ:-) :-) :-) ΝΑΣΤΕ ΚΑΛΑ Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΝΑΝΑ.:-) :-) :-)

REBET CAFE είπε...

Ευχαριστουμε πολυ Νανα!!!

Τον γνωρισα στα Χανια οταν επαιξε ενα καλοκαιρι εδω, οντως ετσι ηταν!!!

cretan music - mantinades